Μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας είναι από χθες ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Βαρθολομαίος, ο οποίος διαδέχθηκε συμβολικά, τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄, που είχε γίνει δεκτός στον εν λόγω γαλλικό θεσμό, προτού εκλεγεί Πάπας. Κατά τη διάρκεια της σχετικής τελετής, που διοργανώθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο στο Παρίσι, δύο θρησκευτικοί ηγέτες, μέλη της Ακαδημίας, ο Μέγαλος Ραββίνος της Γαλλίας Χαίμ Κορσιά και ο επίτιμος Αρχιεπίσκοπος Στρασβούργου, Λικ Ραβέλ παρέδωσαν, ως είθισται, ένα δώρο στον Πατριάρχη. Πρόκειται για τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού στην πρώτη τους έκδοση, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1675. Λαμβάνοντας στη συνέχεια τον λόγο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στο πνευματικό και διανοητικό έργο του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, με τον οποίο διατηρούσε στενή σχέση.
«Το θεολογικό του έργο, συγχρόνως βιβλικό και πατερικό, είναι εξ ολοκλήρου προσανατολισμένο στη θεμελιώδη πεποίθηση ότι η αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, αλλά ένα πρόσωπο – ο ίδιος ο Χριστός» είπε αναφερόμενος στον Βενέδικτο ΙΣΤ΄ ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Γι’ αυτόν τον λόγο, συνέχισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, «ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ θεωρούσε ότι η σημερινή κρίση των κοινωνιών μας δεν είναι πρωτίστως μια ηθική κρίση, αλλά μια κρίση της αλήθειας». Αναφερόμενος στη συνέχεια, «στη λαμπρή ευφυΐα και τη βαθιά πνευματικότητα» του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, ο Βαρθολομαίος έθεσε το εξής ερώτημα: «Τί θα έλεγε σήμερα μπροστά στην αυξανόμενη απορρύθμιση της διεθνούς τάξης; Πιθανότατα θα μας υπενθύμιζε ότι η κρίση είναι πρωτίστως θεολογικής φύσεως. Ότι η συσκότιση του ζώντος Θεού και η εξαφάνιση της εικόνας Του – αντικατασταθείσας από το κενό, τη μάσκα ή το είδωλο – στερούν από τον άνθρωπο τη δυναμική της υπάρξεώς του ως εικόνα του Θεού, εντείνουν την ευθραυστότητα της ύπαρξής του, αποδυναμώνουν την ικανότητά του για μεταστροφή και βαθαίνουν μέσα του το ίλιγγο του μηδενισμού. Διότι χωρίς αλήθεια, η ελευθερία διαλύεται.»
Προλογίζοντας την εν λόγω επίσημη τελετή, ο Γάλλος οικονομολόγος και πρόεδρος του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (IFRI), Τιερί ντε Μοντμπριάλ, υπενθύμισε: «η Ακαδημία μας δεν είναι ούτε ένα θρησκευτικό κλειστό σώμα, ούτε ένα ιδεολογικό όργανο», αλλά θα παρέκκλινε από την αποστολή της «εάν αγνοούσε τον ρόλο των πνευματικών αρχών όταν αυτές αναλαμβάνουν πλήρως την ιστορική τους ευθύνη και ενστερνίζονται τον μη “εμπορεύσιμο” χαρακτήρα των θεμελιωδών ελευθεριών».
Συνοψίζοντας, ο Τιερί ντε Μοντμπριάλ κατέληξε: «έχετε κατανοήσει ότι, σε έναν κόσμο όπου οι θρησκευτικές ταυτότητες συχνά εργαλειοποιούνται, ο διάλογος δεν αποτελεί ηθική πολυτέλεια, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα». Και κυρίως, «επινοήσατε μια διπλωματία της άρνησης: την άρνηση της σύγχυσης μεταξύ ομολογίας πίστεως και κυριαρχίας». Δηλαδή, «για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, Παναγιώτατε, δεν παύετε να καταγγέλλετε την ιεροποίηση της πολιτικής και την πολιτικοποίηση του ιερού».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ


