Ήθη, έθιμα και δοξασίες των ανθρώπων του κάμπου στη δυτική Θεσσαλία τη Μεγάλη Πέμπτη

9 Απριλίου, 2026 15:00 ,

Ποια ήταν τα ήθη, τα έθιμα και οι δοξασίες των ανθρώπων του κάμπου στη δυτική Θεσσαλία, τη Μεγάλη Πέμπτη; Σε αυτό το ερώτημα απαντά η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, ερευνήτρια τοπικής ιστορίας, συγγραφέας, λαογράφος και εκπαιδευτικός.

Το πρωί της Μ. Πέμπτης, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ερευνήτρια, οι νοικοκυρές ασχολούνται με το βάψιμο των αυγών. Η ίδια περιγράφει δύο απ΄ τις συνταγές που καταγράφηκαν στην Κερασιά και στην Κρανιά Καρδίτσας. Το βάψιμο των αυγών με ριζάρι ή με κρεμμυδόφυλλα που είναι πολύ απλές συνταγές, όπως εξηγεί και τις προτείνει σ΄ όλες τις νοικοκυρές.

Βάψιμο αυγών με κρεμμυδόφυλλα

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα με χλιαρό νερό βάζουμε κρεμμυδόφυλλα και ξίδι και τα βράζουμε περίπου τρία τέταρτα με μία ώρα. Στη συνέχεια αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά, τη σκεπάζουμε με το καπάκι και την αφήνουμε για 8-10 ώρες για να βγει καλά το χρώμα. Κατόπιν στραγγίζουμε το νερό και βάζουμε μέσα τα αυγά με μια ξύλινη κουτάλα, αφού προηγουμένως τα έχουμε πλύνει καλά και τα έχουμε σκουπίσει με μία πετσέτα. Τα αυγά πρέπει να έχουν τη θερμοκρασία του χώρου που ζούμε. Τα βράζουμε για ένα τέταρτο προσέχοντας να σκεπάζονται καλά από το νερό. Κατόπιν με ένα ξύλινο κουτάλι τα βγάζουμε και τα ακουμπάμε σε μια καθαρή πετσέτα ή σε χαρτί κουζίνας. Ύστερα τα λαδώνουμε με μια μαλακιά πετσέτα ή λίγο βαμβάκι για να γυαλίσουν.

Επίσης σύμφωνα με την ίδια: α) τα κρεμμυδόφυλλα για 30 αυγά πρέπει να είναι τρεις χούφτες περίπου και το ξίδι 100 γραμμάρια. β)Τα αυγά κατά προτίμηση να είναι κοκκινωπά. γ)Το χρώμα που μας δίνει είναι κόκκινο σκούρο προς το κεραμιδί. Στο ίδιο νερό μπορούν να βαφτούν κι άλλα τόσα αυγά, μόνο που θα βγουν λίγο σκουρότερα.

Βάψιμο των αυγών με ριζάρι

Σε ένα ξύλινο σκεύος ή σε λεκάνη στουμπάμε ρίζες από ριζάρι (μονοετές φυτό που βγαίνει στα βουνά) και λάπατα (είδος λαχανικού) και τ΄ αφήνουμε για δυο τρεις μέρες να βγάλουν το χρώμα. Τη Μεγάλη Πέμπτη βράζουμε το στουμπισμένο μείγμα για δυο ώρες, για να βγει το χρώμα. Κατόπιν το στραγγίζουμε και βάζουμε στο νερό τα αυγά, με ξύλινο κουτάλι, ώστε να σκεπάζονται καλά. Μετά από ένα τέταρτο τα βγάζουμε απ΄ την κατσαρόλα και τα ακουμπάμε σ΄ ένα πανί ή χαρτί κουζίνας. Στη συνέχεια μ’ ένα λαδωμένο μαλακό πανί ή βαμβάκι τα λαδώνουμε για να γυαλίσουν.

Παλαιότερα, τονίζει η ερευνήτρια, το ριζάρι και τα λάπατα τα καλλιεργούσαν και στους κήπους. Με τη ρίζα από το ριζάρι οι πρόγονοί μας, εκτός από τ’ αυγά, έβαφαν τα σκουτιά που φορούσαν ή τις μπαχτές και τις καραμελωτές (στρωσίδια κρεβατιών). Τα νήματα αυτών των υφασμάτων έβαφαν ανεξίτηλα. Οι καραγκούνες, όταν ήταν να περάσουν τους σαγιάδες με λουλάκι, πρώτα τους λαπάτωναν στο νερό που έβγαζαν τα λάπατα και το ριζάρι και μετά τους λουλάκιαζαν.

Επίσης, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, στη θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου, σύμφωνα με την Καρδιτσιώτισσα ερευνήτρια, οι γυναίκες πήγαιναν δυο π’τάρια (πρόσφορα) στην εκκλησία, ένα για τον παππά και ένα για το σπίτι τους, το οποίο το έπαιρναν πίσω και το μοίραζαν στα μέλη της οικογένειάς τους. Επίσης, πήγαιναν σιτάρι, κομμάτια ψωμιού και όλα αυτά τα μοίραζαν στο εκκλησίασμα για τις ψυχές των πεθαμένων. Μετά την εκκλησία πήγαιναν στους τάφους των νεκρών, όπου άναβαν τα καντήλια και τοποθετούσαν κόκκινα αυγά. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης οι Χριστιανοί πήγαιναν ν’ ακούσουν τα δώδεκα Ευαγγέλια και να προσκυνήσουν τον Εσταυρωμένο Χριστό, που τον κατέβαζαν από το Ιερό και τον έβαζαν στο μέσον της εκκλησίας, απ’ όπου περνούσαν και χαιρετούσαν όλοι. Πολλά νεαρά κορίτσια έφτιαχναν στεφάνια και τα τοποθετούσαν στα πόδια και τα χέρια του Χριστού ή στο σταυρό. Πολλές γυναίκες έφτιαναν χειροποίητες κουλούρες κεριού ίσια με το μπόι των παιδιών τους και μ’ αυτές έζωναν το σώμα του Χριστού. ‘Αλλες πάλι έφτιαχναν πολλά μέτρα κουλούρας κεριού και μ’ αυτό έζωναν την εκκλησία. Αυτό γινόταν σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, αν το είχαν τάμα για κάποιον δικό τους ασθενή. Μετά τη λειτουργία τα κορίτσια και γυναίκες στόλιζαν τον επιτάφιο και πολλές απ’ αυτές με τα μικρά τους παιδιά κάθονταν στις ψάθες τους και ξενυχτούσαν το Χριστό τραγουδώντας μοιρολόγι.

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά τονίζει: «Oι πρώτοι πληροφορητές μου ήταν το άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον: η γιαγιά, οι γονείς, οι συγγενείς, στη συνέχεια ο ευρύτερος χώρος του χωριού μου και τέλος ο νομός της Καρδίτσας. Όλο αυτό το υλικό με χρησίμευσε στην καριέρα μου ως δασκάλα και αργότερα ως ενεργό μέλος σε διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους». Και καταλήγει τονίζοντας: «Σήμερα, που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης αρχίζουν να ξεθωριάζουν όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την εθνική μας ταυτότητα, είναι ανάγκη επιτακτική να διασωθεί και να αναδειχτεί η πλούσια πολιτιστική μας κληρονομιά. Μ’ αυτόν τον τρόπο χτίζουμε ένα ανάχωμα, για να συγκρατήσουμε αξίες διαχρονικές του έθνους μας και πολύτιμα στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *