Αποθεώνει ο DBRS την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης:  Μειώνεται το ελληνικό χρέος και η δαπάνη για τόκους έως το 2030

1 Σεπτεμβρίου, 2026 14:40 #DBRS, #ελληνικό χρέος, #τόκοι

Η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει τα επόμενα χρόνια μείωση τόσο του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και της δαπάνης για τόκους, παρά το γεγονός ότι το διεθνές κόστος δανεισμού παραμένει αυξημένο, σύμφωνα με ανάλυση του οίκου αξιολόγησης DBRS.

Ο οίκος εξέτασε την επίδραση των υψηλότερων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στη δαπάνη για τόκους και στη δυναμική του χρέους σε εννέα χώρες της Ευρωζώνης έως το 2030. Η ανάλυση βασίζεται στην υπόθεση ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα και ότι το κόστος χρηματοδότησης θα κινείται τα επόμενα χρόνια κοντά στη μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026.

Η Ελλάδα είναι η μόνη από τις εννέα χώρες όπου η δαπάνη για τόκους εκτιμάται ότι θα μειωθεί έως το 2030 σε σχέση με το 2025, κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, η δαπάνη αναμένεται να αυξηθεί στη Γαλλία κατά 0,9 μονάδες, στο Βέλγιο κατά 0,6, στη Γερμανία κατά 0,4, στην Αυστρία και την Ολλανδία κατά 0,3, καθώς και στην Ισπανία και την Πορτογαλία κατά 0,1 μονάδα.

Σύμφωνα με τον DBRS, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι οι χώρες που εμφανίζουν τη μικρότερη επιβάρυνση από την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης. Αυτό οφείλεται στην αναμενόμενη ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία θα συμβάλουν στη συνεχή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η μείωση του χρέους περιορίζει παράλληλα το ποσό που θα χρειάζεται να αναχρηματοδοτείται με τα υψηλότερα επιτόκια. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ευνοϊκότερη σχέση μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης στις τρεις χώρες.

Ο DBRS επισημαίνει, επικαλούμενος τις προβλέψεις του ΔΝΤ, ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ στις τρεις χώρες αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 4,4% την περίοδο 2026-2030.

Γιατί παραμένει υψηλό το κόστος δανεισμού

Παρά τις θετικές προοπτικές για την Ελλάδα, ο DBRS εκτιμά ότι το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου θα παραμείνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων από το 2022 αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στη μεταβολή της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στις διεθνείς αγορές κρατικών τίτλων, αλλά και στα υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου που ζητούν οι επενδυτές, λόγω ανησυχιών για τις δημοσιονομικές προοπτικές ορισμένων χωρών.

Παράλληλα, η αυξημένη έκδοση κρατικών ομολόγων από μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν υψηλά ελλείμματα και ανάγκες αναχρηματοδότησης, συνδυάζεται με την αυξημένη έκδοση εταιρικών ομολόγων, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει τη ζήτηση για κρατικούς τίτλους.

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί η σταδιακή απόσυρση των κεντρικών τραπεζών από τις αγορές ομολόγων μέσω της ποσοτικής σύσφιξης, καθώς και οι αλλαγές στη λειτουργία των συνταξιοδοτικών ταμείων.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο DBRS εκτιμά ότι η δυναμική προσφοράς και ζήτησης στις αγορές είναι δύσκολο να αντιστραφεί μεσοπρόθεσμα, με αποτέλεσμα το κόστος κρατικής χρηματοδότησης να παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *