Ασφαλή και ιδιαίτερα αποτελεσματικά αποδεικνύονται τα εγκεκριμένα εμβόλια mRNA κατά της Covid-19, σύμφωνα με νέα εκτενή επιστημονική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό «The Lancet». Η μελέτη βασίστηκε στην αξιολόγηση δεδομένων από δισεκατομμύρια δόσεις εμβολίων, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τις σημαντικές προοπτικές της τεχνολογίας mRNA για την αντιμετώπιση και άλλων ασθενειών στο μέλλον.
Οι ερευνητές ανέλυσαν διεξοδικά στοιχεία από εργαστηριακές μελέτες, κλινικές δοκιμές και πραγματικά δεδομένα εμβολιασμού. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα εμβόλια mRNA εμφανίζουν αποτελεσματικότητα περίπου 87% έναντι επιβεβαιωμένης λοίμωξης από SARS-CoV-2, 93% έναντι νοσηλείας και 94% έναντι θανάτου εντός 14 έως 42 ημερών μετά τον εμβολιασμό.
Παρότι η προστασία μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία, οι αναμνηστικές δόσεις συμβάλλουν σημαντικά στην ενίσχυσή της. Επιπλέον, η συνεχής παρακολούθηση των δεδομένων επιβεβαιώνει ότι τα εμβόλια παραμένουν αποτελεσματικά ακόμη και απέναντι σε νέες παραλλαγές του ιού.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια, η ανασκόπηση επιβεβαιώνει ότι τα εμβόλια mRNA διαθέτουν πολύ καλό προφίλ. Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφονται ως εξαιρετικά σπάνιες. Ειδικότερα, τα περιστατικά μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας εμφανίζονται κυρίως μετά τη δεύτερη δόση, με συχνότητα περίπου 12,6 περιστατικών ανά εκατομμύριο δόσεων για το εμβόλιο της Pfizer και 35,6 για το Moderna.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι το όφελος από την πρόληψη σοβαρής νόσου, νοσηλείας και θανάτου υπερτερεί σαφώς των πιθανών κινδύνων. Μάλιστα, ο κίνδυνος εμφάνισης μυοκαρδίτιδας ή περικαρδίτιδας μετά από λοίμωξη Covid-19 είναι σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με εκείνον που σχετίζεται με τον εμβολιασμό, ακόμη και σε ομάδες υψηλότερου κινδύνου όπως οι άνδρες ηλικίας 12-19 ετών.
Άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η αναφυλαξία και το σύνδρομο Guillain-Barré, καταγράφονται επίσης σε πολύ χαμηλά ποσοστά. Αντίθετα, οι συχνότερες παρενέργειες περιορίζονται σε ήπια συμπτώματα, όπως πόνος στο σημείο της ένεσης, κόπωση και χαμηλός πυρετός, τα οποία υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες.
Παράλληλα, η μελέτη αναδεικνύει τις ευρύτερες δυνατότητες της τεχνολογίας mRNA, η οποία ενδέχεται να αξιοποιηθεί στο μέλλον για την ανάπτυξη εμβολίων κατά της γρίπης, του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV) και άλλων λοιμωδών νοσημάτων, καθώς και για καινοτόμες θεραπείες, όπως εξατομικευμένα αντικαρκινικά εμβόλια.
Τέλος, οι συγγραφείς επισημαίνουν την ανάγκη ενίσχυσης της ισότιμης πρόσβασης στα εμβόλια παγκοσμίως, με ιδιαίτερη έμφαση στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Παράλληλα, τονίζουν τη σημασία της αξιόπιστης και σαφούς ενημέρωσης του κοινού, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη στους εμβολιασμούς και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παραπληροφόρηση.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα




