Τάνια Παλαιολόγου: «Το αύριο κρατάει μια αιωνιότητα και μια μέρα»

ΦΩΤΟ: Christina Dendrinou / Instagram

Ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ηθοποιός και σκηνοθέτης Τάνια Παλαιολόγου, ξετύλιξε το νήμα της δικής της διαδρομής, αποκλειστικά στο OkNews.gr.

Ήταν μόλις 11 ετών όταν εισέβαλε στον κόσμο του κινηματογράφου ως η μικρή πρωταγωνίστρια του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο εμβληματικό «Τοπίο στην ομίχλη».

Έκτοτε η πορεία της Τάνιας Παλαιολόγου σφραγίστηκε από σπουδαίες θεατρικές συνεργασίες, ενώ τα τελευταία 23 χρόνια, είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές που έχουμε ακούσει ποτέ – από τα αμέτρητα σπικάζ σε διαφημίσεις και το podcast «Με Άλλα Λόγια» που παρουσιάζει μαζί με την Ζωή Κατσάτου, μέχρι τους ρόλους που μεγάλωσαν γενιές, όπως ο Τακ το χελωνάκι στα «Σούπερ Ζωάκια» και η Λόλα Μπάνι στο «The Looney Tunes Show».

Πίσω όμως από τα φώτα και το μικρόφωνο, κρύβεται ένας άνθρωπος με σπάνια ενσυναίσθηση.

ΦΩΤΟ: Christina Dendrinou / Instagram

Σε μια συζήτηση – ποταμό, μας παραδίδει μια αληθινή κατάθεση ψυχής, μιλώντας ανοιχτά για τη ζωή, την τέχνη και τις προκλήσεις της εποχής μας.

Μέσα από μια βαθιά εξομολόγηση που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και τους προβληματισμούς του σήμερα, μοιράζεται τις δικές της αλήθειες, τη φιλοσοφία της για τις ανατροπές της ζωής, αλλά και τα όσα ονειρεύεται για το μέλλον.

Μια κουβέντα – γροθιά για όλα όσα μας καθορίζουν και, τελικά… για το πόσο κρατάει το αύριο.

***

Θέλω να το πάμε λίγο χρονολογικά. Μεγαλώνεις Αθήνα;

Γεννιέμαι και μεγαλώνω στο Παλαιό Φάληρο, με καταγωγή από Χίο και Ικαρία.

Το Παλαιό Φάληρο, όταν μεγάλωνα εγώ, δεν είχε χτιστεί. Δηλαδή ήταν ένα προάστιο με μονοκατοικίες, κάποιες διπλοκατοικίες, ελάχιστες πολυκατοικίες, πάρα πολλές αλάνες…

Θυμάμαι ακόμα και παράγκες πολλές. Δηλαδή θυμάμαι στο δρόμο προς στο σχολείο και απ’ το σχολείο, μες στη μέση του δρόμου να υπάρχει μια παράγκα.

Θυμάμαι να σταματάμε σε πάρα πολλές αλάνες και να κόβουμε και να μαδάμε μαργαρίτες…

Γενικώς δεν είχε καμία σχέση με το πως είναι τώρα το Παλαιό Φάληρο.

Το ακούω σαν κάτι όμορφο αυτό…

Ήταν πολύ όμορφο.

Παλιά το Παλαιό Φάληρο ήταν κάποιες εξοχικές κατοικίες, οπότε υπήρχαν κάποια όμορφα παλιά αρχοντικά τα οποία υπάρχουν ακόμα.

Και φυσικά τη διέξοδο στη θάλασσα που ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση, ειδικά στην εφηβεία.

Μου δίνεις μια πολύ ωραία πάσα. Ισχύει ότι μεγαλώνοντας, ο χαρακτήρας σου διαμορφώνεται από τα παιδικά που έβλεπες; Από τα γιαπωνέζικα παιδικά (σσ: πλέον είναι γνωστά ως anime).

Κοίταξε, εμείς τότε είχαμε την κρατική τηλεόραση. Είχαμε δυο κανάλια. Αυτά ήταν όλα τα κανάλια. Ήταν η ΕΡΤ1 και η ΕΡΤ2, και η τηλεόραση ξεκινούσε αν θυμάμαι καλά ή πέντε ή πεντέμιση, και είχε ένα παιδικό τη μέρα.

Και εγώ θυμάμαι το παιδικό που με μάγεψε, ήταν η Kandy Kandy, φυσικά, όπως τα περισσότερα κορίτσια στην ηλικία μου. Αλλά είχαμε και αστυνόμο Σαϊνη, και Στρουμφάκια, είχαμε και το Κουτί με τα Παραμύθια, είχαμε Γιαπωνέζικα Παραμύθια…

Συνήθως τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια είχαν δύο ιστορίες. Η μία ήταν δραματική και η άλλη κωμική, είχε και μια συγκλονιστική εισαγωγή με έναν δράκο και ένα αγόρι που πετούσε πάνω στον δράκο, και ένα τραγούδι που όλα τα παιδάκια το ξέραμε και το τραγουδούσαμε.

Εγώ δε τα έχανα. Θυμάμαι να τα βλέπω και να μαγεύομαι.

Ήταν κάπως η εισαγωγή για μένα στην κωμωδία και στο δράμα, δηλαδή ξέρεις, τις δύο όψεις της υποκριτικής. Ειδικά τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια.

Θα ανοίξω μια παρένθεση. Οπότε τώρα που εσύ είσαι μέσα στη μεταγλώττιση, πως είναι να είσαι σε έναν χώρο που το ‘βλεπες ως παιδί και μαγευόσουνα;

Δε το πολυσυνειδητοποίησα. Ξέρεις, όλοι όταν είμαστε παιδιά μαγευόμαστε απ’ τα καρτούν, αλλά δε σκεφτόμουνα ποτέ ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω καρτούν.

Απλώς, κάποια στιγμή μπήκε σαν επιθυμία η υποκριτική στη ζωή μου, και όταν λέμε υποκριτική εννοούμε θέατρο.

Οπότε εγώ δε σκεφτόμουνα ότι εγώ θέλω να κάνω φωνές σε καρτούν, σκεφτόμουνα ότι θέλω να κάνω θέατρο, να σπουδάσω θέατρο, θέλω να εξερευνήσω τον εαυτό μου.

Και μετά, μέσα από το θέατρο, – και πριν είχε προηγηθεί και ο ελληνικός κινηματογράφος -, ήρθε το κομμάτι της φωνής.

Στη σχολή ήρθα σε επαφή με ένα δάσκαλο ο οποίος έκανε μια μέθοδο πολύ αποκαλυπτική για μένα, τη μέθοδο της Kristin Linklater, η οποία είναι για την απελευθέρωση της φυσικής φωνής.

Εγώ πάντα είχα μια έφεση σε ό,τι έχει να κάνει με τη φωνή. Και στο τραγούδι – λόγω μουσικής παιδείας, έκανα και πιάνο πάρα πολλά χρόνια…

Από οικογένεια αυτό με τη μουσική παιδεία;                              

Καθόλου. Εγώ το διεκδίκησα το πιάνο, και μάλιστα το κέρδισα, γιατί οι γονείς μου φοβόντουσαν τόσο πολύ να με ξεκινήσουνε κάτι που μπορεί να το παρατήσω, αλλά και που κοστίζει – τα μαθήματα πιάνου είναι ακριβά, έπρεπε να μου πάρουν και πιάνο. Δηλαδή τότε δεν υπήρχαν τα ηλεκτρικά.

ΦΩΤΟ: ypatia_kornarou / Instagram

Ήρθε αυτός ο δάσκαλος στη ζωή μου, ήρθε η ενασχόληση με τη φωνή, κατάλαβα ότι μέσα απ’ τη φωνή εγώ λειτουργώ, το έψαξα παραπάνω – δηλαδή δούλεψα πράγματα τα οποία με δυσκόλευαν, έκατσα και μόνη μου και ασχολήθηκα με θέματα φωνής.

Και μετά άρχισα να βρίσκω δουλειά ως ηθοποιός που τραγουδάει, ως ηθοποιός που μπορεί να διαβάσει παρτιτούρα.

Μετά κάποια στιγμή ήρθε μια ευκαιρία να κάνω μια διαφήμιση – και αυτό το κυνήγησα – και αφού έγινε αυτό, όντας μέσα σε ένα στούντιο, και έχοντας δουλέψει κάποια χρόνια στη διαφήμιση, ήρθα σε επαφή με τον Πέτρο τον Δαμουλή, και έτσι μπήκα στη μεταγλώττιση.

Δεν ήταν κάτι που το έκανα συνειδητά, δηλαδή να είναι το όνειρο μου ότι θα πάω στη μεταγλώττιση, αλλά κάπως οδηγήθηκα προς τα εκεί, και τελικά όντως ήτανε κάτι που πάντα υπήρχε μέσα μου και πάντα ήθελα να το κάνω και ήξερα και ότι μπορώ να το κάνω και το δούλεψα για να το κάνω.

Πάντως έχεις αναφέρει ότι ο αγαπημένος σου ήρωας στην Kandy Kandy ήταν ο Terry, και πως βλέποντας τη σειρά, διαμόρφωσες τον χαρακτήρα σου. Ότι ήθελες εσύ να γίνεις ηθοποιός, να τραγουδήσεις, να κάνεις φωνές, βλέποντας την Kandy Kandy.

Ναι η αλήθεια είναι ότι εκείνη την περίοδο η Kandy Kandy, σε συνδυασμό με τον ελληνικό κινηματογράφο, με έκαναν να το αγαπήσω πάρα πολύ όλο αυτό.

Μου δίνεις ωραία πάσα. Είπες ελληνικό κινηματογράφο, και λίγα χρόνια αργότερα, έρχεται στη ζωή σου ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Οπότε θέλω να μιλήσουμε λίγο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, που εσύ τον έζησες σε τρεις ταινίες.

Τώρα αυτό είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο.

Αυτό τώρα όλο προέκυψε πολύ αλεξιπτωτιστικά στη ζωή μου, πολύ ξαφνικά θα έλεγα, δηλαδή εγώ όντας παιδί από οικογένεια εμπόρων που δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη κλπ, βρέθηκα ξαφνικά να δουλεύω με ένα συνεργείο ανθρώπων που ήτανε συγκλονιστικοί επαγγελματίες.

Με τον Γιώργο Αρβανίτη στη διεύθυνση φωτογραφίας, με τον Μικέ Καραπιπέρη στα σκηνικά, με ανθρώπους πάρα πολύ έμπειρους στην παραγωγή, όλοι ήτανε πραγματικά άνθρωποι που είναι μεγάλα κεφάλαια, πέρα από τον ίδιο τον Αγγελόπουλο…

Είναι όλο το συνεργείο…

Όλο το συνεργείο, όλοι οι συντελεστές! Την Ελένη Καραϊνδρου στη μουσική, τον Μαρίνο Αθανασόπουλο στον ήχο…

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήτανε μετρ στο είδος τους στο σινεμά.

Και ξαφνικά βρίσκομαι εγώ 11 χρονών, να δουλεύω με όλους αυτούς. Με γυρίσματα που κράτησαν 5 μήνες, με ένα ταξίδι σε όλη την Ελλάδα, με ένα σκηνοθέτη τρομερά εμπνευσμένο και πολύ απαιτητικό ταυτόχρονα, και έναν σύγχρονο φιλόσοφο και ποιητή.

Οπότε όλο αυτό δεν είχε καμία σχέση με τον ελληνικό κινηματογράφο που εγώ είχα παρακολουθήσει, που ήταν οι κλασικές ελληνικές ταινίες, αλλά με μύησε ουσιαστικά στην ποίηση και στη δημιουργία και σε μια άλλη πλευρά της Ελλάδας από αυτή που συνήθως οραματιζόμαστε όταν θέλουμε να γίνουμε καλλιτέχνες – πιο σκοτεινή, πιο ομιχλώδη, πιο γκρίζα.

Ειδικά στο “Βλέμμα του Οδυσσέα” το έχουμε δει πολύ αυτό, με τον Θανάση Βέγγο σε μια σκηνή να λέει: “Η Ελλάδα πεθαίνει”. Οπότε εγώ θέλω να σε ρωτήσω: τι είναι αυτό που πεθαίνει τελικά; Είναι η κουλτούρα μας; Είναι η γλώσσα;

Κοίταξε, εγώ αυτό που έχω ζήσει πιο βιωματικά να πεθαίνει είναι η ιδεολογία.

Μεγάλωσα σε μια εποχή που υπήρχε ακόμα η πίστη στα ιδανικά, στην ποίηση. Υπήρχε μια ηθική που διαπότιζε τα πράγματα, η οποία τώρα δεν υπάρχει.

Όλο αυτό έχει διαποτίσει την ύπαρξή μας, οπότε χάνονται πάρα πολλά πράγματα που κάποτε κρατιόντουσαν, και τώρα υπάρχουνε ακόμα μικρές εστίες που τρεμοσβήνουν, ή θα έλεγα μάλλον ότι κρατάνε ζωντανή τη φωτιά.

Οπότε πάμε λίγο πίσω στην πρώτη ταινία, και στο πως βρέθηκες στην οντισιόν.

Βρέθηκα από μια αγγελία που διάβασαν οι δικοί μου στην “Ελευθεροτυπία” όπου ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ζητούσε ένα κορίτσι 10 – 12 ετών και ένα αγόρι γύρω στα 5 – 7 για τους βασικούς ρόλους της καινούργιας ταινίας που θα γυρίσει, που ήταν το “Τοπίο στην Ομίχλη” βέβαια, και απλώς πήγαμε στο κάλεσμα. Δηλαδή πήγαμε στο γραφείο.

Και πας λοιπόν στο κάλεσμα, και του λες ατάκα από την Kandy Kandy;

Δεν ήταν ο ίδιος ο Αγγελόπουλος τότε, ήταν ο βοηθός του ο Χάρης Παπαδόπουλος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το κάστινγκ.

Και μας βάλανε στη σειρά, και μας ρωτήσανε τον καθένα διάφορα πράγματα, για να μας δούνε, και μένα με ρώτησαν αν θέλω να γίνω ηθοποιός, τους είπα “ναι, θέλω να γίνω ηθοποιός”, και μου ‘παν “γιατί;”. Και εγώ ανακάλεσα την ατάκα του Terry από την Kandy Kandy.

Υπήρχε μια σκηνή στην ταινία, η σκηνή βιασμού στο φορτηγό. Έχεις δηλώσει ότι σου είπαν οι γονείς σου ότι “αν δεις ότι δε μπορείς, φεύγουμε”. Κι εσύ έμεινες εκεί, γιατί όπως έχεις πει, “είναι σαν να ρίχνουμε μπουνιά στον καιρό”…

Καλά όχι με τη συγκεκριμένη σκηνή, απλώς ήτανε μια συνθήκη με ακραίες δυσκολίες, και μια εποχή που ακόμη δεν υπήρχαν οι επιχορηγήσεις και οι χρηματοδοτήσεις που αργότερα ήτανε πολύ γενναίες.

Οπότε, εγώ καταλάβαινα ότι βρίσκομαι ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων που παλεύουνε με το ακατόρθωτο, και πολλές φορές όντως παλεύαμε με το ακατόρθωτο, δηλαδή παλεύαμε όντως κόντρα στον καιρό, για να προλάβουμε τον καιρό.

Κι ήταν όλα γυρίσματα χειμωνιάτικα, στη Βόρεια Ελλάδα, με κρύο, με χιόνι, με βροχές, με τεχνητές βροχές, με τεχνητό χιόνι…

Και δίπλα σε μεγάλα ονόματα. Δηλαδή εσύ ξαφνικά ένα παιδί δέκα χρονών, βρίσκεσαι δίπλα και στον Σταύρο Τζώρτζογλου, και στον Βασίλη τον Κολοβό – μιας και αναφέραμε τη σκηνή με το βιασμό, μεγάλος ηθοποιός…

Στην Εύα Κοταμανίδου, στην Αλίκη Γεωργούλη, στον Στράτο Παχή, τον Βαγγέλη Καζάν, στον Ηλία Λογοθέτη, στον Δημήτρη Καμπερίδη…

Φανταστικοί ηθοποιοί.

Οπότε, ανάμεσα σε αυτήν την ταινία και στο “Βλέμμα του Οδυσσέα”, τι μεσολαβεί στη ζωή σου;

Μετά τέλειωσαν τα γυρίσματα, πήγα γυμνάσιο, τελείωσα το σχολείο, έδωσα και πανελλήνιες και σε δραματική σχολή.

Την πρώτη χρονιά δεν πέρασα ούτε στο ένα ούτε στο άλλο (είχα δώσει μόνο για το Εθνικό και απέτυχα), και τη χρονιά που μεσολάβησε μέχρι να ξαναδώσω πανελλήνιες και να ξαναδώσω και για δραματική σχολή, έκανα μια μεγάλου μήκους ταινία με τον Γιώργο Καρυπίδη, τους “Μαγεμένους”, και ταυτόχρονα έκανα και τα γυρίσματα για “Το Βλέμμα του Οδυσσέα” που ήτανε ένα  τριήμερο γύρισμα. Αυτό ήτανε μια συμμετοχή σε μια σκηνή που οι πρόβες και το γύρισμα κράτησαν τρεις μέρες.

Ταυτόχρονα, έκανα ένα προπαρασκευαστικό τμήμα στη Σχολή Βεάκη, για να προετοιμαστώ να δώσω εξετάσεις στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους, και μετά ξαναδιάβασα για πανελλήνιες, ξαναέδωσα, πέρασα στη σχολή που ήθελα που ήταν το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρασα και στις εξετάσεις του Υπουργείου – οπότε μπήκα σε δραματική σχολή που ήταν αναγνωρισμένη απ’ το Υπουργείο -, και έτσι ξεκίνησαν οι σπουδές μου στο θέατρο και στη θεατρολογία.

Και πας μετά για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό;

Τελειώνω το πανεπιστήμιο το 2000, τη δραματική σχολή το ‘99, και το 2001 δίνω εξετάσεις στο ΙΚΥ (σσ: Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών) για να πάρω την υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές.

Παίρνω την υποτροφία, πηγαίνω στο Λονδίνο και κάνω ένα master στο Σωματικό Θέατρο.

Οπότε, έρχεσαι λοιπόν στην Ελλάδα μετά, και τυπώνεις δέκα φορές το βιογραφικό σου, για να γυρίσεις όλα τα ΔΗΠΕΘΕ;

Αυτό έγινε πριν. Όταν τελείωσα τη δραματική σχολή το ‘99, άρχισα να θέλω να δουλεύω στο θέατρο. Και είχα κάνει ήδη και κάποιες παραστάσεις όντας στη δραματική σχολή – καλοκαίρια δηλαδή που έπαιζα, αλλά ήθελα να βρω δουλειά για το χειμώνα – και τύπωσα το βιογραφικό μου.

Πήρα μια λίστα με όλα τα ΔΗΠΕΘΕ της Ελλάδας, γιατί εμένα η επιθυμία μου ήταν να δουλέψω στην επαρχία, να έχω καλές συνθήκες, που τα ΔΗΠΕΘΕ τότε είχανε πολύ καλές συνθήκες, δηλαδή να είναι πληρωμένες και οι πρόβες και οι παραστάσεις, – δεν ήταν ελεύθερο θέατρο που μπορεί να σου έλεγαν ότι θα πάρεις ένα ποσό για τις πρόβες και μετά θα πληρωθείς για τις παραστάσεις.

Και σκέφτηκα κι όλας ότι είχα περισσότερες πιθανότητες, όντας μια νέα ηθοποιός, αν θελήσω η ίδια να φύγω από την έδρα μου, να έχω περισσότερες πιθανότητες να βρω δουλειά.

Απ’ τα 10 – 12 – πόσα ήταν τα ΔΗΠΕΘΕ – κατάφερα να κλείσω κάποια ραντεβού, με είδαν τέσσερις άνθρωποι τελικά, μια απ’ αυτές μάλιστα εκ των υστέρων μου πρότεινε και δουλειά, αλλά εγώ γυρίζοντας στην Αθήνα, βρήκα δουλειά τότε στο Εθνικό Θέατρο σε μια παράσταση, “Το Καρναβάλι του Έρωτα”, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, με τον Μηνά Χατζησάββα, τον Άλκη Κούρκουλο και ένα θίασο πολύ δυνατό.

Και ξεκίνησα να δουλεύω στην Αθήνα.

Έχεις συνεργαστεί με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, η οποία θεωρείται από τις μεγαλύτερες έλληνες ηθοποιούς…

Όχι δεν έχω συνεργαστεί, ήτανε δασκάλα μου στη δραματική σχολή, μας έκανε υποκριτική, και επειδή έμενε και εκείνη στο Παλαιό Φάληρο, πολλές φορές την γύριζα στο σπίτι της και κάποιες φορές την έπαιρνα για να τη φέρω στη σχολή.

Οπότε με το θέατρο ασχολείσαι…

Ξεκίνησα το ‘96 ως μαθήτρια της σχολής – πριν από 30 χρόνια δηλαδή – και δεν έχω σταματήσει.

ΦΩΤΟ: Georgios Voutsinas / Facebook

Οπότε το 2003 ξεκινάς τις διαφημίσεις…

Κάνω την πρώτη μου εκφώνηση για μια διαφήμιση στο τωρινό Power Media, που τότε λεγότανε Studio.

Κάνω μια δουλειά η οποία προέκυψε τυχαία, ήμουν πολύ τυχερή που προέκυψε αυτή η δουλειά, γιατί στη συγκεκριμένη δουλειά ο εκφωνητής που έκανε τον μπαμπά μου ήταν ο υπεύθυνος για τις φωνές στο στούντιο.

Ήταν ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, που μόλις είδε ότι εγώ – επειδή έπρεπε να κάνω ένα αγοράκι – είχα γρήγορη αντίληψη, μπόρεσα να ερμηνεύσω το κείμενο και η φωνή μου έπεισε, μου ζήτησε να πάω στο στούντιο για δοκιμαστικά.

Μου έφτιαξε δυο demo, την επόμενη μέρα κι όλας.

Εγώ έτσι κι αλλιώς έψαχνα ευκαιρία γιατί ήξερα ότι αυτό είναι κάτι που μπορώ να κάνω, ότι μπορώ να αλλάξω πάρα πολύ εύκολα τη φωνή μου και ότι έχω μια σχετική άνεση στο να αντιλαμβάνομαι τι χρειάζεται ένα κείμενο.

Και πήγα, έκανα τα demo και μετά έφτιαξα πάρα πολλά cd με τα demo που έφτιαξα και με την εκφώνηση που είχα κάνει, και πήγα σε εταιρίες παραγωγής και σε στούντιο και τα μοίραζα ένα – ένα με το χέρι.

Και συνεχίζεις μέχρι σήμερα τις διαφημίσεις

Ναι, συνεχίζω.

Οπότε κάποια στιγμή, όπως είσαι στο ίδιο στούντιο, αποφασίζεις να χτυπήσεις την πόρτα για τη μεταγλώττιση.

Μαθαίνω ότι κάνουν εκεί μεταγλωττίσεις και λέω, ‘ντάξει αφού οι άνθρωποι με ξέρουν ήδη, –  ήμουνα τρία χρόνια περίπου που δούλευα στη διαφήμιση και πήγαινα πια αρκετά συχνά -, οπότε λέω ας ρωτήσω, δε χάνω τίποτα.

Και μου λένε, εκείνη την ώρα που ρώτησα, “έλα εδώ. Έλα εδώ τώρα”.

Πηγαίνουμε στην κουζίνα του στούντιο που ‘καναν το διάλειμμα τους διάφοροι συντελεστές που ‘γραφαν εκεί, και εκεί ήταν ο Πέτρος ο Δαμουλής. Και μου λένε: “ορίστε, από ‘δω ο Πέτρος, Πέτρο από ‘δω η Τάνια”. Και μου λέει: “Τι;”, και του λέω “Με ενδιαφέρει η μεταγλώττιση”. Και μου λέει “Είσαι ηθοποιός;”. Του λέω είμαι ηθοποιός, έχω τελειώσει τη σχολή, δουλεύω τόσα χρόνια, έχω κάνει θέατρο, ασχολούμαι με τη μουσική, έχω κάνει εκφωνήσεις, είμαι εξοικειωμένη με το μικρόφωνο, και πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω.

Μου λέει: “ωραία, έλα να παρακολουθήσεις”.

Και πήγα και παρακολούθησα Jimmy Neutron, Ντόρα η Μικρή Εξερευνήτρια – με Άντρια Ράπτη, με Σοφία Καψαμπέλη, με Μαρία Ζερβού -, δηλαδή πήγαινα και παρακολουθούσα.

Ξέρεις τι; Όχι μόνο πήγες και μπήκες στα βαθιά – γιατί μιλάμε για δυο σειρές πολύ γνωστές και πολύ αγαπημένες -, αλλά βρέθηκες απέναντι σε πολύ μεγάλα ονόματα αυτού του χώρου. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι, όχι μόνο ήσουνα σε ένα χώρο που σιγά σιγά μάθαινες πως λειτουργεί…

Και που οι άνθρωποι οι συγκεκριμένοι δεν είχαν την τρομακτική εμπειρία που έχουν τώρα – εγώ είμαι ήδη 20 χρόνια χρόνια στη μεταγλώττιση. Εκείνοι είχαν ξεκινήσει και είχαν δουλέψει και πάρα πολύ -, αλλά ήμουνα πολύ τυχερή γιατί ήμουνα και στο συγκεκριμένο στούντιο και με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, ο οποίος ήτανε και τρομερά γενναιόδωρος. Δηλαδή με άφησε να καταλάβω μόνη μου τι συμβαίνει.

Αλλά όταν έβλεπε ότι περνάω κάποιο χρόνο εκεί πέρα, που σημαίνει ότι εγώ είμαι πραγματικά διατεθειμένη ας πούμε να μάθω, με πήγαινε και ένα βήμα παραπέρα.

Δηλαδή όταν είδε ότι έχω έρθει κάποιες μέρες και έχω παρακολουθήσει, μου λέει: “έλα πιο κοντά να βλέπεις και το κείμενο” – τότε είχαμε χαρτιά.

Και μετά μου είπε: “πάρε άμα θέλεις κείμενα στο σπίτι, και ζήτα από τη γραμματεία να σου δώσουνε ένα dvd.”

Δηλαδή, πριν μπω να γράψω, κατάφερα να έχω την εμπειρία του να παρακολουθήσω, και να έχω και έναν άνθρωπο να μου εξηγεί τι γίνεται, που σημαίνει ότι έμαθα απέξω τουλάχιστον τη λειτουργία πριν μπω μέσα, γιατί είναι πολύ σημαντικό πριν μπεις μέσα να ξέρεις τι γίνεται, γιατί αλλιώς πελαγώνεις. Είναι πάρα πολλές οι πληροφορίες.

Είσαι τυχερή, γιατί η μεταγλώττιση στην Ελλάδα γίνεται λίγο στο πόδι όπως λέμε. Έχει υποτιμηθεί κι όλας κατά τη γνώμη μου με τα Βραζιλιάνικα, με τα Αργεντίνικα, που γινόντουσαν όλα στο πόδι. Εσύ ήσουνα τυχερή γιατί τουλάχιστον είχες το χρόνο να δεις πως λειτουργεί.

Επίσης ήμουνα τυχερή γιατί έχω και εγώ μια μικρή εμπειρία από Μεξικάνικα. Και ήτανε με τον Βασίλη Καϊλα, τη Ζωή Ρηγοπούλου σκηνοθέτες, και μετά την Ιφιγένεια Στάικου, οι οποίοι αγαπάνε πάρα πολύ αυτή τη δουλειά. Δηλαδή εγώ δεν ένιωσα ποτέ ότι κάποιος θέλει να ξεπετάξει τη δουλειά, ή ότι την υποτιμάει. Ίσα ίσα το αντίθετο. Δηλαδή, έπαιρνα τρομερή καθοδήγηση.

Και εγώ η ίδια θυμάμαι δηλαδή ότι, ειδικά στην πρώτη τηλενουβέλα που είχε πάρα πολλά επεισόδια και είχα τον βασικό ρόλο, είχα λίγο πελαγώσει.

Τότε δεν είχα ακόμη την εμπειρία που έχω τώρα για να μπορώ να διαβάσω πρίμα βίστα (σσ: ερμηνεία του κειμένου με την πρώτη ματιά, χωρίς προετοιμασία) τόσο μεγάλα κείμενα και τόσο μεγάλα επεισόδια και να βγάλω γρήγορα το αποτέλεσμα που έπρεπε να βγει.

Ζητούσα να μου δώσουνε τα κείμενα στο σπίτι, γιατί η σειρά υπήρχε όλη στο YouTube, και προς τιμήν τους τύπωναν – γιατί τότε σου λέω δεν υπήρχαν…

Τότε υπήρχαν τα χαρτιά. Τώρα είναι tablet.

Ναι! Τύπωναν όλα τα επεισόδια. Δηλαδή εγώ θυμάμαι ότι πήγαινα σπίτι με έναν πάκο τόσο, με μια εγκυκλοπαίδεια, και επειδή εγώ ήξερα και Ισπανικά, κρατούσα σημειώσεις πάνω στο κείμενο για να μπορέσω – επειδή η Μαριτσούι είχε στο “Μαρία, Άγγελε μου” τόσους πολλούς μονολόγους, και ήταν συνέχεια σε ένταση και ανέπνεε, και έκλαιγε, είχε όλα αυτά, που λέω: “τώρα πρέπει να προετοιμαστώ”.

Και το έκανα, και το έκανε και η Χρύσα η Διαμαντοπούλου, η οποία και εκείνη ήταν στα ξεκινήματα της τότε, δηλαδή ζήτησε και εκείνη και το έκανε και προετοιμαζότανε.

Και θυμάμαι μια μέρα που είχε έρθει ο Αργύρης ο Παυλίδης στο στούντιο και είχε πει: “Μαθαίνω ότι τα κορίτσια παίρνουνε κείμενο και προετοιμάζονται, και αυτό δεν έχει ξαναγίνει στα χρονικά”, και μιλάμε για νέα γενιά. Η νέα γενιά της μεταγλώττισης τα σπάει!

Ήταν πολύ υποστηρικτικός.

Άρα κοπλιμέντο…

Ναι ναι! Ήταν πολύ υποστηρικτικός ο Αργύρης.

Επιστρέφω λίγο πίσω. Οπότε η πρώτη σου δουλειά ήτανε walla (σσ: η ομαδική ηχογράφηση ηθοποιών που μουρμουρίζουν για να δημιουργηθεί η αίσθηση της φασαρίας του πλήθους στο βάθος).

Πρώτη δουλειά walla, στη “Σάρλοτ την αραχνούλα”.

Οπότε, αφού είπαμε και για τα μαθήματα πιάνο στην αρχή, η πρώτη σου δουλειά είναι ο “Μικρός Αμαντέους”. Μότσαρτ…

Ναι! Η πρώτη δουλειά, ο πρώτος ρόλος.

Οπότε βοήθησε κι όλας λίγο το πιάνο…

Πάρα πολύ. Πιστεύω ότι αν δεν είχα σπουδάσει κλασικό πιάνο, δε θα μπορούσα να πω αυτά τα τραγούδια, γιατί όλα τα τραγούδια ήτανε διασκευές, δηλαδή ήτανε ουσιαστικά ελληνικοί στίχοι πάνω σε κλασικά κομμάτια του Μότσαρτ.

Είδες; Στάθηκες και εκεί τυχερή.

Και τυχερή, και με βοήθησε πάρα πολύ η παιδεία μου, η εκπαίδευση μου, η μουσική μου παιδεία.

Οπότε όλο αυτό τώρα τι είναι; Είναι τύχη τελικά; Αν κάτσεις στο τέλος και κάνεις έναν απολογισμό και πεις “τι με βοήθησε τελικά; Ήμουνα εγώ πολύ τυχερή στη ζωή μου;”

Κοίτα θα σου πω. Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός σπουδής και προετοιμασίας και επιθυμίας, με τύχη αλλά και με το γεγονός ότι την κατάλληλη στιγμή εγώ κατάλαβα ότι εδώ πέρα υπάρχει μια ευκαιρία που είναι για μένα, είναι κάτι που μου ταιριάζει, οπότε θα το διεκδικήσω, γιατί εγώ γενικώς δεν είμαι άνθρωπος που διεκδικεί πάρα πολύ σκληρά, να μπει μέσα σε ένα χώρο όταν νιώθω ότι δεν ανήκω.

Με τη μεταγλώττιση δεν ένιωσα ποτέ ότι πρέπει να πατήσω επί πτωμάτων για να μπω. Ήτανε μια φυσική συνέχεια των σπουδών μου, των ενδιαφερόντων μου, της ιδιοσυγκρασίας μου, γιατί εμένα ας πούμε μ’ αρέσει πάρα πολύ να κάνω πράγματα που να μη φαίνονται. Είναι και αυτό σημαντικό.

Ξέρεις υπάρχουν άνθρωποι που θέλουνε σώνει και ντε να φαίνονται, οπότε θέλουνε να παίζουνε σε σειρές που φαίνονται, σε ταινίες, θέλουνε δηλαδή να τους βλέπει ο κόσμος, και όχι να τους ακούει.

Εμένα το να με ακούει ο κόσμος…

Σου φτάνει…

Όχι μόνο μου φτάνει, το θεωρώ και μαγικό. Μου αρέσει να με φαντάζονται…

Ή μου αρέσει να ταυτίζουνε τη φωνή μου με ένα σκίτσο, με ένα καρτούν, με έναν άλλον άνθρωπο…

Σε αναγνωρίζουνε στο δρόμο;

Όχι…

Δεν έχει τύχει;

Έχει τύχει να με αναγνωρίσει στο θέατρο ένα κορίτσι.

Ήμουνα στο Σύγχρονο Θέατρο και έπαιζα σε μια παιδική παράσταση, και κάποια στιγμή μου ζήτησαν να κατέβω στο φουαγιέ γιατί με ζητάει μια κοπέλα. Και κατεβαίνω, και μου λέει: “Εσείς κάνετε την Λόρι και την Λουάν στο Loud House;”.

Και λέω: “πουλάκι μου, πως το κατάλαβες;”. Μου λέει: “σας αναγνώρισα απ’ τη φωνή σας”. Ειδικά στην έφηβη – από μια μαμά που κάνω – γιατί η έφηβη ήταν λίγο πιο κοντά στην φυσική μου φωνή.

Και λέω, κοίτα να δεις, αυτό πραγματικά, είναι ταλέντο. Δηλαδή, αν μπορείς να ξεχωρίσεις τη φωνή από το καρτούν, και μετά να ξεχωρίσεις και τη φωνή από έναν άνθρωπο που βλέπεις ζωντανά στο θέατρο, και να πεις: “αυτή είναι η ίδια φωνή”, σημαίνει ότι το αυτί σου είναι πολύ καλό.

Πάμε λοιπόν στο “Μικρό μου Πόνυ” όπου υποδύθηκες την Τουάιλαϊτ Σπαρκλ για έξι σεζόν. Μια πολύ δημοφιλής σειρά, η οποία έρχεται εκείνη την περίοδο ξανά στην Ελλάδα. Πώς είναι να αναλαμβάνεις έναν ρόλο σε μια πολύ γνωστή σειρά, και να είσαι τόσα χρόνια;

Καλά για μένα ήτανε η δουλειά μου. Θέλω να πω, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι, σε σχέση με άλλες σειρές, την αγαπούσα πάρα πολύ, γιατί μ’ άρεσαν και τα μηνύματα της, μ’ άρεσαν και ο σχεδιασμός της, μ’ άρεσαν τα τραγούδια της πάρα πολύ.

Ας πούμε σε σχέση με τις Winx (σσ: δάνεισε τη φωνή της στον ρόλο της Μπλουμ), που ήτανε κι αυτό κοριτσίστικη σειρά, θεωρώ ότι τα “Μικρά μου Πόνυ” ήταν πολύ πιο συμπεριλιπτική σειρά. Δε βασιζόταν τόσο πολύ στα στερεότυπα, και όχι μόνο αυτό, πήγαινε και κόντρα σε κάποια στερεότυπα. Δηλαδή, υπάρχει επεισόδιο που εμφανίζεται gay πόνυ ζευγάρι στη σειρά.

Οπότε, καταλαβαίνω ότι εδώ πέρα έχουμε ρε παιδί μου μια σειρά που, ακόμα και από εκπαιδευτικής άποψης, είναι σημαντική, είναι ωραία σειρά.

Πολύ fun σειρά επίσης, πολύ γέλιο.

Αλλά για μένα ήτανε πολύ ωραία επειδή η Τουάιλαϊτ Σπαρκλ ήταν ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλα τα πόνυ, και ξεκινούσε την ιστορία και διέτρεχε όλη την ιστορία.

Έμαθα πολλά μέσα από την Τουάιλαϊτ Σπάρκλ, όπως κι απ’ τη Μαριτσούι, θέλω να πω ότι αυτοί οι ρόλοι, επειδή έχουνε τρομερές μεταπτώσεις, και είναι και πολύ γρήγοροι, με βοήθησαν πάρα πολύ να μάθω καλά τη δουλειά.

Και αυτό βοήθησε μετά και στη σκηνοθεσία στη μεταγλώττιση;

Κοίταξε, όλη η εμπειρία αυτή βοηθάει στη σκηνοθεσία. Αυτό ίσως που με βοήθησε περισσότερο στη σκηνοθεσία, είναι το ότι απ’ τη δεύτερη δουλειά μου, δούλεψα με παιδιά.

Δηλαδή με τα παιδιά, επειδή εκεί πέρα πρέπει να τους μάθεις τη δουλειά απ’ την αρχή, δεν μπορείς να θεωρήσεις τίποτα δεδομένο, αυτό σε βοηθάει πάρα πολύ να δουλέψεις με ηθοποιούς όλων των ταχυτήτων, να έχεις υπομονή, να βρίσκεις τρόπους και να καταλαβαίνεις ότι στην τελική, όσο καλοί επαγγελματίες κι αν είναι, είναι άνθρωποι που εκείνη τη στιγμή που μπαίνουνε μέσα στο στούντιο, χρειάζονται όλη την εμπιστοσύνη και την αγάπη και την καθοδήγηση που μπορείς να τους δώσεις.

Ήσουνα και εσύ παιδί του κινηματογράφου, οπότε είχες μια εικόνα, να βοηθήσεις μετά τα παιδιά.

Κοίταξε, τελείως άλλο πράγμα, άλλη εμπειρία, αλλά επειδή εγώ βρέθηκα σε μια συνθήκη πολύ δύσκολη, και σε μια εποχή που δεν προστατευόντουσαν τα δικαιώματα των παιδιών που εργάζονταν, είμαι πολύ ευαίσθητη σε ό,τι έχει να κάνει με τα δικαιώματα των παιδιών.

Όταν έρχεται ένα παιδί να γράψει, το πρώτο πράγμα που θα του πω είναι: “Δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις, το κάνεις αν θέλεις”.

Όταν κάνουμε δοκιμαστικό τους λέω: “εσείς δοκιμάζετε εμάς, κι όχι εμείς εσάς.

Εμένα μου κάνεις έτσι κι αλλιώς, γιατί όλοι οι φωνές είναι φανταστικές, όλες οι φωνές έχουν τη θέση τους, όλες οι φωνές είναι μοναδικές, η φωνή σου είναι μοναδική, έχει αξία.

Το δοκιμαστικό το κάνουμε για να δούμε αν σου αρέσει εσένα. Αν αντέχεις, αν σου αρέσει, αν σου ταιριάζει, αν θέλεις να μπεις σε αυτή τη διαδικασία”.

Υπάρχουν παιδιά που λένε πενήντα φορές μια ατάκα και το βλέπουν σαν τρομερή πρόκληση, σαν να περνάνε πίστα σε ένα φανταστικό παιχνίδι!

Και υπάρχουν και παιδιά που στην τρίτη ατάκα λένε: “πάλι;” και κουράζονται. Και αυτά τα παιδιά δεν είναι έτοιμα να μπούνε μέσα σ’ αυτό, δεν τους αρέσει.

Οπότε δεν έχει κανένα νόημα να μπουν σ’ αυτή τη διαδικασία.

Πάντως, έχεις συνεργαστεί και με τον γιο σου…

Και με τους δυο μου γιους πια…

Οπότε πως είναι τώρα να πρέπει να ισορροπήσεις την επαγγελματική με την οικογενειακή πλευρά;

Ε ‘νταξει κοίταξε, οι εγγραφές με τα παιδιά, δεν είναι ότι γράφουμε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κι ότι θα φάμε τα μουστάκια μας.

Μια εγγραφή με παιδί εγώ πάντα προτιμώ να είναι μάξιμουμ μιάμιση το πολύ δυο ώρες. Τώρα αν έχει ένα πολύ απαιτητικό ρόλο και το παιδί μένει πάρα πολύ μακριά, και δε θέλει να έρθει δυο φορές κλπ, οκ…

Εκεί το ακούς ναι…

Αλλά με τον γιο μου τον μεγάλο που έχει κάνει περισσότερη μεταγλώττιση, το μεγαλύτερο που έχουμε κάνει είναι τις ταινίες του “Σπασίκλα” (σσ: “Το Ημερολόγιο ενός Σπασίκλα”), που ήτανε πρωταγωνιστής εκεί πέρα.

Εκεί πέρα ίσως να κάναμε τρεις εγγραφές για να βγει η ταινία.

Δηλαδή ήταν ο πρωταγωνιστής, ήταν ο Γρεγκ…

Κοίταξε, το συγκεκριμένο παιδί είναι τόσο ευέλικτο και επειδή ήθελε πάρα πολύ να το κάνει, και μου ζήτησε ο ίδιος να το κάνει, νομίζω ότι καταφέραμε κάπως και κρατήσαμε την αξιοπρέπεια μας στο στούντιο (γέλια).

Δηλαδή, υπήρχανε κάποιες φορές ας πούμε που μπορεί να ‘ταν λίγο κουρασμένος και να ήταν σε φάση: “Μια χαρά είναι, πάμε παρακάτω”, και εγώ είμαι σε φάση: “Όχι, δεν είναι μια χαρά” (γέλια).

Εγώ έχω και τη φήμη λίγο ότι είμαι ψείρας σαν σκηνοθέτης στο χώρο, ότι επιμένω λίγο.

Τις προάλλες μου είπε ατάκα ο ηχολήπτης: “Πέτρο Δαμουλή, βγες απ’ την Τάνια” (γέλια).

Άρα όταν σου είπε ο γιος σου ότι “ξέρεις μαμά, θέλω να ‘ρθω να δουλέψω”, πως αντιδράς;

Η αντίδραση μου ήτανε ότι… μια χαρά, χαίρομαι, γιατί είναι μια πάρα πολύ ωραία δουλειά και “είμαι σίγουρη κι όλας ότι μπορείς να το κάνεις, αλλά να ξέρεις ότι αυτό δεν εξαρτάται από σένα”.

Δηλαδή εγώ τότε καταρχάς δε σκηνοθετούσα, οπότε αυτό που του είπα ήταν ότι “εγώ μπορώ να το επικοινωνήσω με κάποιους ανθρώπους του χώρου”, – γιατί πάντα υπάρχει ανάγκη από παιδιά, και ειδικά από αγόρια -, “αλλά αν κάνεις ένα δοκιμαστικό για μια ταινία, να ξέρεις ότι όσο καλά και να τα πας κι όσο κι αν σε θέλει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, θα σε εγκρίνουν απέξω, γιατί αυτή είναι η διαδικασία.

Θα πας έξω και θα σε εγκρίνουν κάποιοι άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιος είσαι, τίποτα. Κρίνουν μόνο το αποτέλεσμα αυτού που θα ακούσουν.

Οπότε, έχε υπόψιν σου ότι, εγώ μπορώ να επικοινωνήσω το ότι ενδιαφέρεσαι και σίγουρα θα προκύψουν κάποια δοκιμαστικά, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Μπορεί και να μη σε πάρουν”.

Και όντως, το πρώτο δοκιμαστικό το έκανε – που εντελώς συπτωματικά έκανα κι εγώ δοκιμαστικό γιατί είναι για ταινία.

Ευτυχώς μας απορρίψανε και τους δυο.

Και μετά, το επόμενο δοκιμαστικό το πήρε, και το μεθεπόμενο το πήρε…

Και μπήκε στον χώρο…

Έκανε κάποιες ταινίες, και κάποιες συμμετοχές σε μίνι σειρές, γιατί όποτε προέκυπτε ας πούμε μια μεγαλύτερη συμμετοχή σε σειρά με πολλά επεισόδια, δεν ήμασταν σύμφωνοι, οπότε δεν έμπαινε καν στη διαδικασία, γιατί θέλαμε να διατηρήσει τον ελεύθερο χρόνο του σαν παιδί και σαν προέφηβος.

ΦΩΤΟ: Facebook

Οπότε, αφού είπαμε για τα παιδιά, πάμε λίγο στον Μιχάλη Κοιλάκο (σσ: τον σύντροφο της). Ο οποίος, το να δουλεύεις μαζί του είναι έρωτας;

Έρωτας έρωτας. Έρωτας, τελεία. Τελεία και παύλα (γέλια).

Μα είναι φανταστικός. Είναι φανταστικός. Είναι ευγενικός, σε εμπιστεύεται, έχει τρομερή κατανόηση, το οποίο, οτιδήποτε προκύψει στους ηθοποιούς εκείνος το δέχεται, το λύνει, προχωράει με αυτό που υπάρχει.

Στις πρόβες αν προκύψει κάποια στιγμή κάποιος να μη μπορέσει να έρθει, να αρρωστήσει, ή οτιδήποτε, δε θα πανικοβληθεί, θα πει “κανένα πρόβλημα, θα κάνουμε χωρίς εσένα” ξέρω ‘γω…

Πολύ σημαντικό…

Δείχνει τρομερή εμπιστοσύνη βασικά στους ηθοποιούς, κάτι που είναι σπάνιο, γιατί συνήθως οι σκηνοθέτες προσπαθούν να ελέγξουν τ’ αποτέλεσμα, και στην πορεία δεν καταλαβαίνουν ότι έχουν να κάνουν με ανθρώπινο υλικό, και ότι, όσο περισσότερο σε εμπιστευτούν, τόσο καλύτερο αποτέλεσμα θα πάρουν κι όλας από σένα.

Οπότε, αυτό ο Μιχάλης το έχει απ’ την αρχή. Είναι πολύ δουλευταράς, γιατί το βλέπω και στις δουλειές που είμαι και στις δουλειές που δεν είμαι, τον βλέπω πόσο πολύ δουλεύει στο σπίτι, πόσο τον απασχολεί, πόσο το συζητάει όταν έχει αδιέξοδα, όταν δεν ξέρει τι να κάνει, κουβεντιάζει συνέχεια γι’ αυτό, διαβάζει, ενημερώνεται…

Έχετε κι ομάδα εσείς κι όλας…

Εμείς φτιάξαμε μια θεατρική ομάδα – μια εταιρία ουσιαστικά – την 451°F…

Την ανάφλεξη χαρτιού;

Ναι, είναι ο βαθμός αυτοανάφλεξης.

Κάναμε μαζί τρία έργα του Γιάννη Κεντρωτά, τον “Τόρνο”, το “Γιοσίρου” και το “Pigalle”. Εγώ έπαιζα στα δύο…

Τόρνο και Pigalle;

Τόρνο και Pigalle ναι.

Ξανακάναμε κι όλας τον Τόρνο…

Τώρα ετοιμάζει ο Μιχάλης μια παράσταση, μια κωμωδία αυτή τη φορά, που θα ανέβει τον Οκτώβριο, του Γιάννη Κεντρωτά. Δυστυχώς δε θα παίζω ούτε σ’ αυτό αλλά είμαστε η παραγωγή, οπότε είμαι πάρα πολύ χαρούμενη.

Ηθοποιός κι ο Μιχάλης…

Ηθοποιός, τα τελευταία χρόνια σκηνοθέτης, με μια μόνιμη συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια σκηνοθετεί παραστάσεις στη Μουσική Βιβλιοθήκη.

Οπότε και τα παιδιά σου τώρα είναι και στην εφηβεία…

Ο ένας είναι στην εφηβεία, ο άλλος είναι στην προεφηβεία.

Σε αυτό το σημείο της συζήτησης, με αφορμή το τραγικό γεγονός της Ηλιούπολης, ζήτησα από την Τάνια να μιλήσουμε για το λεπτό και συχνά αθέατο ζήτημα της εφηβείας. Η κουβέντα μας πήρε πλέον τη μορφή μιας προσωπικής κατάθεσης ψυχής.

Εμένα αυτό το θέμα με αφορά πάρα πολύ. Είναι κάτι που με αφορούσε και όταν περνούσα εγώ αυτή τη διαδικασία. Με αφορά ό,τι έχει να κάνει με το πόσο πιέζονται τα παιδιά να επιλέξουν κάτι το οποίο νομίζουν ότι θα καθορίσει το μέλλον τους.

Προσπαθώ να επικοινωνώ παντού και με κάθε τρόπο το: “δεν είσαι οι βαθμοί σου, δεν είσαι οι επιδόσεις σου, δεν επιλέγεις επάγγελμα”, ας πούμε αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό.

Επιλέγεις ένα πεδίο σπουδών που μετά μπορεί και να αλλάξεις γνώμη, και μπορεί να μην σε οδηγήσει ποτέ σε επάγγελμα.

Όπως εγώ σπούδασα στη Θεατρικών Σπουδών και δεν το εξάσκησα ποτέ το θεωρητικό κομμάτι. Ήταν κάτι που με πλαισίωσε θεωρητικά, ήθελα να το κάνω γιατί είχα πολύ μεγάλη κάψα να μπω στο πανεπιστήμιο και να συγχρωτιστώ με φοιτητές και με ακαδημαϊκούς, και να βρεθώ σε ένα τέτοιο μέρος, αλλά αυτό είχε να κάνει καθαρά με ένα δικό μου απωθημένο.

Δε ξέρεις ποτέ που θα σε οδηγήσει το οτιδήποτε, και δε ξέρεις και πόσο θα σε ωφελήσει οποιαδήποτε “αποτυχία”.

Τη βάζω σε εισαγωγικά γιατί πραγματικά εμένα όλα τα χαστούκια που έχω φάει, όλα τα πράγματα που δεν κατάφερα να κάνω, που προσπάθησα να τα κάνω αλλά δεν κατάφερα να τα κάνω, με οδήγησαν σε δρόμους που δε το περίμενα. Δεν ήξερα.

Αφενός κατάλαβα ότι κάποια πράγματα μπορεί και να μην τα ήθελα πραγματικά.

Αφετέρου, είπα: “ωραία, τι κάνουμε τώρα; Τώρα που ας πούμε δεν πέτυχε αυτό που είχα σκοπό να κάνω, τι κάνω;”, και πήγα κάπου που τελικά ήταν ακόμα καλύτερα.

Και δεν είναι ακριβώς ότι όλα για κάποιο λόγο γίνονται καρμικά. Είναι ότι αυτό που σου ταιριάζει θα το βρεις ψάχνοντας.

Εγώ δεν πιστεύω πολύ στην τύχη. Πιστεύω στο πως επεξεργαζόμαστε την τύχη. Πως στεκόμαστε απέναντι στην τύχη.

Ας πούμε, θα σε βρει μια συμφορά. Πως στέκεσαι απέναντι σ’ αυτή τη συμφορά; Κι αυτό έχει να κάνει με όλη τη δουλειά που έχεις κάνει πριν. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο.

Σίγουρα, πολλά πράγματα δεν μπορούμε να τα ορίσουμε, και είναι εντελώς τυχαία. Το πως στέκομαι απέναντι σε αυτό που δε μπορώ να ορίσω, είναι ο χαρακτήρας μου.

Είναι αυτό που έχω δουλέψει, και το έχω δουλέψει με κόπο, και το ‘χω χτίσει μέρα μέρα, δάκρυ δάκρυ, ιδρώτα ιδρώτα, γέλιο γέλιο, σχέση σχέση, όλα αυτά.

Δεν πιστεύω ακριβώς στην τύχη.

Να σου πω κάτι; Εγώ, αν διάβαζα κάτι, δε θα με αφορούσε το τι έχει σπουδάσει κάποιος, τι δουλειές έχει κάνει, αλλά η προσωπικότητα του και το πως στέκεται απέναντι στα πράγματα, γιατί αυτό είναι που θα με εμπνεύσει.

Είναι πολύ σημαντικό, και οφείλουμε να μιλάμε γι’ αυτό.

Με επηρέασε βαθιά από τότε που το έμαθα μέχρι και τώρα, και ακόμη νιώθω ότι είμαι σε πένθος, και δεν στο λέω με την υπερβολή του ηθοποιού, στο λέω γιατί έτσι το βιώνω.

Βιώνω επίσης η ίδια, ως εκπρόσωπος της γενιάς μου αλλά και ως γονιός που έχει πορευτεί και έχει κάνει κάποιες επιλογές στη ζωή, ότι είμαστε πολύ λάθος.

Νιώθω ότι η γενιά μου έχει αποτύχει σε πολύ βασικά πράγματα, ότι το έχουμε οδηγήσει όλοι σε λάθος κατεύθυνση και ότι οφείλουμε να παλέψουμε με μανία, να επαναπροσδιορίσουμε τα πράγματα, για να μπορέσει να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί από τους ανθρώπους που εμείς μεγαλώνουμε.

Λυπάμαι πολύ που υπάρχει έστω κι ένα παιδί με όλη αυτήν την πληροφορία που υπάρχει, και μ’ όλη την πρόσβαση στη γνώση, στην αυτοφροντίδα, στην αυτογνωσία, κι όλους αυτούς τους influencers και τους life coaches που υπάρχουνε αυτή τη στιγμή.

Λυπάμαι πολύ που υπάρχει έστω κι ένα παιδί που θεωρεί ότι αν δεν πάει καλά στις εξετάσεις, τελειώσαν όλα.

Όχι λυπάμαι, θλίβομαι βαθιά, κλαίει το είναι μου, είμαστε λάθος.

Είμαστε λάθος αν έχουμε περάσει αυτό στα παιδιά μας. Είναι τραγικό.

Εγώ μεγάλωσα σε μια γενιά που μπορούσαμε και ονειρευόμασταν. Και δε θεωρώ ότι φταίει μόνο ότι δεν είχαμε τα κινητά και ήμασταν βουτηγμένοι μέσα στα βιβλία και τις ταινίες και τις τέχνες και βγαίναμε έξω και μιλούσαμε, και κάναμε έρωτα, και ήταν όλα χειροπιαστά.

Υπήρχε και πολύ καταπίεση μέσα σ’ αυτά, υπήρχε και βια μέσα σ’ αυτά, αλλά ήμασταν εκεί έξω ας πούμε.

Ήμασταν μαζί και κάναμε όνειρα.

Πάντοτε υπήρχαν οι συντηρητικοί γονείς και οι πιο φιλελεύθεροι γονείς κλπ, αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα, που είναι όλα γύρω από το χρήμα, είναι όλα λάθος. Πρέπει να γκρεμιστεί.

Πως πρέπει να γκρεμιστεί η Αθήνα και να ξαναγίνουν όλα τα κτίρια προσβάσιμα, να ξαναχτιστούν και να γίνουνε προσβάσιμα τα πάντα; Γιατί αν δεν γκρεμιστούνε, δεν υπάρχει δυνατότητα να γίνουνε προσβάσιμα τα πάντα.

Μετά από μια τόσο βαθιά και φορτισμένη κουβέντα, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε λίγο το κλίμα και να περάσουμε στα επόμενα σχέδια και στα όνειρά της για το μέλλον.

Εγώ αυτό που ονειρεύομαι αυτή τη στιγμή είναι, σε σχέση με τον κλάδο μας, τη μεταγλώττιση, είναι να γίνουνε όλα προσβάσιμα.

Θέλω να πω, αν καταφέρουμε – επειδή τώρα έχουν αρχίσει αυτά τα πράγματα και οριοθετούνται νομικά.

Ένα ποσοστό του υλικού που υπάρχει εκεί έξω, του περιεχομένου που υπάρχει στις πλατφόρμες, στα κανάλια, οφείλει να είναι προσβάσιμο. Ένα κομμάτι της προσβασιμότητας είναι η μεταγλώττιση.

Οπότε, ονειρεύομαι και θέλω πάρα πολύ να δουλέψω προς αυτήν την κατεύθυνση, και ως μεταγλωττίστρια, αλλά και ως ενεργός πολίτης, θα ήθελα να δουλέψω και να δω πως γίνεται να ανοίξει η δουλειά μας σε σχέση μ’ αυτό.

Να μην είναι μόνο τα παιδικά που μεταγλωττίζονται. Έχει πέσει πάρα πολύ η δουλειά, ξέρω ότι πάρα πολλοί συνάδελφοι – οι οποίοι ζούσαν απ’ τη μεταγλώττιση – είναι σε τρομερά άσχημη κατάσταση, κάνουν άλλες δουλειές, και πιστεύω όλο αυτό είναι ας πούμε ένα παράθυρο το οποίο μπορεί να ανοίξει, και να ανοίξει η δουλειά μας, το οποίο το θεωρώ σημαντικό και για μας που δουλεύουμε, και για τους ανθρώπους για τους οποίους γίνεται προσβάσιμο το υλικό.

Είναι win – win situation, οπότε αυτό είναι κάτι το οποίο ονειρεύομαι, δεν είναι άμεσο σχέδιο, αλλά είναι κάτι που έχω αρχίσει να το σκέφτομαι και έχω αρχίσει και σιγά σιγά να κάνω κουβέντες και να σκέφτομαι πως μπορεί να γίνει, άρα απ’ τη στιγμή που το σκέφτομαι, ίσως να μπορεί να υλοποιηθεί.

***

Οπότε Τάνια, πόσο κρατάει το αύριο;

Μια αιωνιότητα και μια μέρα!

 

Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *