Εκφύλιση ωχράς κηλίδας: 300 εκατ. ασθενείς έως το 2040 – Τα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούμε

Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, αριθμός που εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 300 εκατομμύρια έως το 2040. Η νόσος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες απώλειας της όρασης στον ανεπτυγμένο κόσμο, με τον κίνδυνο να αυξάνεται σημαντικά μετά την ηλικία των 80 ετών.

Τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, τις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές και τις προοπτικές που ανοίγουν η γονιδιακή θεραπεία και η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύει ο επίκουρος καθηγητής Οφθαλμολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Τρίφων Ρότσος, σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου «104,9 Μυστικά Υγείας».

Όπως επισημαίνει, η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι μια εκφυλιστική πάθηση που προσβάλλει το τμήμα του αμφιβληστροειδούς το οποίο είναι υπεύθυνο για την κεντρική όραση. Η ωχρά κηλίδα είναι απαραίτητη για δραστηριότητες όπως η ανάγνωση, η αναγνώριση προσώπων και η διάκριση λεπτομερειών, επομένως η βλάβη της μπορεί να περιορίσει σημαντικά την καθημερινότητα και την αυτονομία των ασθενών.

Στην εμφάνιση της νόσου συμβάλλουν η γενετική προδιάθεση, το κάπνισμα και περιβαλλοντικοί παράγοντες, ενώ η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τον αριθμό των περιστατικών.

Οι δύο μορφές της νόσου και το σύμπτωμα που χτυπάει καμπανάκι

Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας διακρίνεται σε ξηρή και υγρή μορφή. Η ξηρή είναι συχνότερη, ενώ η υγρή, αν και λιγότερο συνηθισμένη, μπορεί να προκαλέσει ταχύτερη απώλεια της όρασης και απαιτεί άμεση αξιολόγηση και αντιμετώπιση.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα προειδοποιητικά σημάδια είναι η μεταμορφοψία, δηλαδή η παραμόρφωση των ευθειών γραμμών. Ο ασθενής μπορεί να διαπιστώσει ότι οι γραμμές που έβλεπε ευθείες εμφανίζονται ξαφνικά κυρτές ή στραβές. Άλλα συμπτώματα είναι η θόλωση στο κέντρο του οπτικού πεδίου και η δυσκολία στην αντίληψη των λεπτομερειών.

Ο κ. Ρότσος προειδοποιεί ότι τα συμπτώματα δεν πρέπει να αποδίδονται αυτομάτως στην ηλικία ή στην ανάγκη αλλαγής γυαλιών. Όταν η όραση δεν βελτιώνεται με νέα γυαλιά, χρειάζεται διερεύνηση για πιθανή πάθηση της ωχράς κηλίδας.

Ο ετήσιος οφθαλμολογικός έλεγχος είναι σημαντικός για την έγκαιρη αναγνώριση των αλλοιώσεων. Ωστόσο, η ξαφνική παραμόρφωση των γραμμών ή η απότομη μείωση της όρασης επιβάλλουν άμεση εξέταση από οφθαλμίατρο, καθώς η καθυστέρηση μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες διατήρησης ή βελτίωσης της όρασης.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται στην οφθαλμολογική εξέταση και τη βυθοσκόπηση. Εφόσον εντοπιστούν ύποπτες αλλοιώσεις, μπορεί να ακολουθήσει οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), μια εξειδικευμένη απεικονιστική εξέταση που επιτρέπει τη λεπτομερή αξιολόγηση των στιβάδων του αμφιβληστροειδούς.

Η έγκαιρη διάγνωση έχει ιδιαίτερη σημασία στην υγρή μορφή, καθώς η ταχεία έναρξη της κατάλληλης θεραπείας μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση της όρασης.

Νεότερα φάρμακα: Θεραπείες με μεσοδιάστημα έως 20 εβδομάδων

Οι ενδοϋαλοειδικές εγχύσεις φαρμάκων αποτελούν βασική θεραπευτική επιλογή για την υγρή μορφή της νόσου. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι θεραπείες αυτές έχουν αλλάξει σημαντικά την αντιμετώπιση της πάθησης, καθώς μπορούν να σταθεροποιήσουν ή ακόμη και να βελτιώσουν την όραση πολλών ασθενών.

Βασική δυσκολία παραμένει η ανάγκη για επαναλαμβανόμενες ενέσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιούνται κάθε μήνα, επιβαρύνοντας τόσο τους ασθενείς όσο και τις οικογένειές τους.

Η ανάπτυξη νεότερων φαρμάκων έχει επιτρέψει την επιμήκυνση των χρονικών διαστημάτων μεταξύ των εγχύσεων. Σύμφωνα με τον καθηγητή, σε επιλεγμένους ασθενείς και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τα μεσοδιαστήματα μπορούν να φτάσουν περίπου τους τέσσερις μήνες, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις με διάστημα έως και 20 εβδομάδων.

Η συχνότητα των θεραπειών καθορίζεται εξατομικευμένα, ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς και τη δραστηριότητα της νόσου. Η τακτική παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη, ακόμη και όταν οι εγχύσεις πραγματοποιούνται σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Ξηρή μορφή: Διατροφή, αποφυγή καπνίσματος και συμπληρώματα

Η αντιμετώπιση της ξηρής μορφής διαφέρει από εκείνη της υγρής, καθώς η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και τα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.

Ο καθηγητής συνιστά την αποφυγή του καπνίσματος, την προστασία των ματιών από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία με κατάλληλα γυαλιά ηλίου και την ισορροπημένη διατροφή. Ιδιαίτερη θέση έχουν τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και τα ψάρια που είναι πλούσια σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, όπως οι σαρδέλες και το σκουμπρί.

Παράλληλα, ορισμένα συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν αντιοξειδωτικά και ουσίες οι οποίες σχετίζονται με τις χρωστικές της ωχράς κηλίδας μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς.

Η λήψη τους, ωστόσο, πρέπει να γίνεται κατόπιν οφθαλμολογικής αξιολόγησης, καθώς το πιθανό όφελος εξαρτάται από το στάδιο της εκφύλισης και δεν είναι ίδιο για όλους.

Γονιδιακή θεραπεία: Στόχος οι λιγότερες ενέσεις

Σημαντικές προσδοκίες δημιουργεί η έρευνα για τη γονιδιακή θεραπεία, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για επαναλαμβανόμενες εγχύσεις.

Όπως εξηγεί ο κ. Ρότσος, μία από τις ερευνητικές προσεγγίσεις επιχειρεί να επιτρέψει στον αμφιβληστροειδή να παράγει ο ίδιος τη θεραπευτική ουσία. Στόχος είναι η μεγαλύτερη διάρκεια δράσης και η μικρότερη επιβάρυνση των ασθενών.

Η συγκεκριμένη τεχνολογία βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα και το κόστος. Την ίδια ώρα, αναπτύσσονται νέα φάρμακα με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης και συνεχίζονται κλινικές μελέτες προχωρημένων φάσεων.

Τεχνητή νοημοσύνη και έλεγχος της όρασης στο σπίτι

Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και στην παρακολούθηση της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας. Ερευνητικές ομάδες αναπτύσσουν συστήματα κατ’ οίκον ελέγχου, μέσω των οποίων οι ασθενείς θα μπορούν να πραγματοποιούν συγκεκριμένες εξετάσεις με ειδικές συσκευές.

Στη συνέχεια, αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης θα αναλύουν τα δεδομένα, αναζητώντας ενδείξεις πιθανής επιδείνωσης. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να ενεργοποιείται έγκαιρη ειδοποίηση και να διευκολύνεται η παραπομπή του ασθενούς σε εξειδικευμένο κέντρο.

Οι εφαρμογές αυτές χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη και αξιολόγηση προτού ενσωματωθούν ευρύτερα στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Το βασικό μήνυμα του καθηγητή είναι σαφές: η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων, ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος και η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της όρασης και της ανεξαρτησίας των ανθρώπων που πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας.

 

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο FM

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *