Καρκίνος των ωοθηκών: Ο Σεπτέμβριος υπενθυμίζει τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης

5 Σεπτεμβρίου, 2026 15:00 #διάγνωση, #Καρκίνος των ωοθηκών

Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο των ωοθηκών, μια σύνθετη γυναικολογική κακοήθεια που εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική θεραπευτική πρόκληση. Η απουσία αποτελεσματικού προσυμπτωματικού ελέγχου στον γενικό πληθυσμό, σε συνδυασμό με τα συχνά μη ειδικά συμπτώματα στα αρχικά στάδια, μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη διάγνωση.

Όπως επισημαίνουν οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος, ο καρκίνος των ωοθηκών δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, αλλά μια ετερογενή ομάδα νεοπλασιών με διαφορετικά ιστολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά.

Ο συχνότερος υπότυπος είναι το υψηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα, το οποίο σε σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων θεωρείται ότι προέρχεται από το κροσσωτό άκρο των σαλπίγγων. Άλλοι υπότυποι, όπως το ενδομητριοειδές, το διαυγοκυτταρικό, το βλεννώδες και το χαμηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα, εμφανίζουν διαφορετική βιολογική συμπεριφορά και απαιτούν πιο εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση.

Τα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούνται
Η έγκαιρη διάγνωση παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Επίμονο κοιλιακό άλγος ή αίσθημα πίεσης στην πύελο, μετεωρισμός, αύξηση της περιμέτρου της κοιλιάς, πρώιμος κορεσμός, αλλαγές στις κενώσεις και συχνουρία είναι συμπτώματα που χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση όταν εμφανίζονται για πρώτη φορά και επιμένουν.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καθιερωμένη μέθοδος πληθυσμιακού screening για γυναίκες μέσου κινδύνου. Ο CA-125 και το διακολπικό υπερηχογράφημα χρησιμοποιούνται στη διαγνωστική διερεύνηση, δεν έχουν όμως αποδειχθεί επαρκή για αποτελεσματικό προσυμπτωματικό έλεγχο του γενικού πληθυσμού.

Ο ρόλος της κληρονομικότητας

Σημαντικό μέρος των περιστατικών συνδέεται με κληρονομική προδιάθεση. Οι μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 αποτελούν τις πιο γνωστές γενετικές διαταραχές, ενώ αυξημένο κίνδυνο μπορεί να συνδέεται και με άλλα γονίδια επιδιόρθωσης του DNA και με το σύνδρομο Lynch.

Η γενετική συμβουλευτική και ο γονιδιακός έλεγχος αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ανίχνευση μιας κληρονομικής μετάλλαξης μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στη διαχείριση της ασθενούς, αλλά και στον εντοπισμό συγγενών που ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

Παράλληλα, η μοριακή ανάλυση του όγκου αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της σύγχρονης θεραπευτικής προσέγγισης.

Από τη χημειοθεραπεία στην εξατομικευμένη θεραπεία

Η αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου των ωοθηκών απαιτεί τη συνεργασία εξειδικευμένης διεπιστημονικής ομάδας. Η χειρουργική κυτταρομείωση και η χημειοθεραπεία με καρβοπλατίνη και πακλιταξέλη παραμένουν βασικοί πυλώνες της θεραπείας, με την πλήρη μακροσκοπική εξαίρεση της νόσου να αποτελεί σημαντικό θεραπευτικό στόχο.

Σε περιπτώσεις όπου η άμεση χειρουργική επέμβαση δεν είναι εφικτή ή ασφαλής, μπορεί να προηγηθεί νεοεπικουρική χημειοθεραπεία και στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί ενδιάμεση κυτταρομειωτική επέμβαση.

Τα τελευταία χρόνια, σημαντική θέση στη θεραπευτική φαρέτρα έχουν αποκτήσει οι αναστολείς PARP. Ο έλεγχος για BRCA1/2 και ανεπάρκεια ομόλογου ανασυνδυασμού (HRD) επιτρέπει την αναγνώριση ασθενών που μπορούν να ωφεληθούν από στοχευμένη θεραπεία συντήρησης.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται επίσης το bevacizumab, ενώ στην υποτροπιάζουσα νόσο η θεραπευτική επιλογή εξαρτάται από την προηγούμενη ανταπόκριση στην πλατίνα, τις θεραπείες που έχουν ήδη χορηγηθεί, την ιστολογία και το μοριακό προφίλ του όγκου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πλέον ο υποδοχέας φυλλικού οξέος-α (FRα). Σε όγκους με υψηλή έκφραση του συγκεκριμένου βιοδείκτη, το mirvetuximab soravtansine αποτελεί σημαντική στοχευμένη θεραπευτική επιλογή.

Παράλληλα, η ανοσοθεραπεία διευρύνει σταδιακά τις διαθέσιμες επιλογές σε επιλεγμένες ασθενείς, ενώ το 2026 προστέθηκε στο θεραπευτικό οπλοστάσιο και ο relacorilant, σε συνδυασμό με nab-paclitaxel, για συγκεκριμένες ασθενείς με πλατινοανθεκτικό επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών, των σαλπίγγων ή πρωτοπαθή περιτοναϊκό καρκίνο.

Στο επίκεντρο η μοριακή ταυτότητα του όγκου

Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν τη μετάβαση σε μια ολοένα πιο εξατομικευμένη ογκολογία. Εκτός από την ιστολογική διάγνωση και το στάδιο της νόσου, η θεραπευτική απόφαση μπορεί πλέον να βασίζεται σε μια σειρά βιοδεικτών, όπως οι BRCA1/2, HRD, FRα και PD-L1, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις εξετάζεται και ο HER2.

Τα νεότερα antibody-drug conjugates που στοχεύουν τον HER2, όπως το trastuzumab deruxtecan, έχουν αναδείξει αντικαρκινική δραστικότητα σε HER2-εκφράζοντες γυναικολογικούς όγκους, ενισχύοντας τη σημασία της ολοκληρωμένης μοριακής αξιολόγησης.

Το μήνυμα του Σεπτεμβρίου είναι διπλό: η αναγνώριση συμπτωμάτων που επιμένουν, η γνώση του οικογενειακού ιστορικού και η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση παραμένουν καθοριστικής σημασίας. Ταυτόχρονα, για τις γυναίκες που διαγιγνώσκονται με τη νόσο, η πρόοδος της ογκολογίας προσφέρει πλέον περισσότερες και πιο στοχευμένες θεραπευτικές επιλογές.

Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μια σοβαρή και σύνθετη νόσος. Ωστόσο, η καλύτερη κατανόηση της μοριακής βιολογίας του και η ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών, ανοσοθεραπείας και νέας γενιάς antibody-drug conjugates ενισχύουν την προοπτική για μεγαλύτερο έλεγχο της νόσου, καλύτερη επιβίωση και βελτιωμένη ποιότητα ζωής των ασθενών.

 

Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *