Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας – WMO: Πυρκαγιές και καύσωνες επιβαρύνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση και απειλούν την υγεία

Οι ολοένα συχνότερες και πιο έντονες δασικές πυρκαγιές, σε συνδυασμό με τα κύματα καύσωνα, δυσχεραίνουν τις διεθνείς προσπάθειες για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και την προστασία της δημόσιας υγείας, προειδοποιεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας (WMO).

Στην ετήσια έκθεσή του για την ποιότητα του αέρα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας – WMO επισημαίνει την αυξανόμενη συχνότητα των ακραίων δασικών πυρκαγιών, οι οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία λόγω της τοξικότητας των ρύπων που απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα.

Η κλιματική αλλαγή ενισχύει τον φαύλο κύκλο, καθώς οδηγεί σε συχνότερους και εντονότερους καύσωνες, ενώ παράλληλα δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την εκδήλωση και την εξάπλωση μεγάλων πυρκαγιών.

«Η ποιότητα του αέρα και η κλιματική αλλαγή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά ζητήματα. Αν το ένα επιδεινώνεται, επιδεινώνεται παράλληλα και το άλλο», σημείωσε ο επιστήμονας του Παγκόσμιου Οργανισμού Μετεωρολογίας WMO Λορέντσο Λάμπραντορ.

Τα μικροσωματίδια από τις πυρκαγιές

Η έκθεση επικεντρώνεται κυρίως στα μικροσωματίδια PM2,5 και στο τροποσφαιρικό όζον, δύο ρύπους που συνδέονται με σοβαρές αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις. Παράλληλα, εξετάζονται αερολύματα όπως ο μαύρος άνθρακας και τα μικροπλαστικά.

Σύμφωνα με τον WMO, το 2025 οι συγκεντρώσεις PM2,5 ήταν σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο στον βόρειο Καναδά, σε περιοχές της Ρωσίας και στην κεντροδυτική Αφρική, κυρίως εξαιτίας των πυρκαγιών. Σημαντική αύξηση καταγράφηκε και στη βορειοδυτική Ισπανία, όπου το καλοκαίρι εκδηλώθηκαν μεγάλης έκτασης πυρκαγιές.

Έρευνα που επικαλείται ο οργανισμός δείχνει ότι τα ακραία επεισόδια έκλυσης καπνού από πυρκαγιές έχουν τριπλασιαστεί παγκοσμίως από τη δεκαετία του 1990. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι ενδέχεται να συνδέονται με σχεδόν 100.000 επιπλέον θανάτους κάθε χρόνο κατά την περίοδο 2010-2018.

Παρότι οι αυστηρότεροι κανονισμοί στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχουν συμβάλει στη μείωση των PM2,5 που προέρχονται από τη βιομηχανία και τις μεταφορές, η έκθεση στα μικροσωματίδια που παράγονται από τις πυρκαγιές αυξάνεται.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον Λάμπραντορ, τα μικροσωματίδια που απελευθερώνονται από την καύση της βλάστησης είναι «πολύ πιο τοξικά» από εκείνα που προέρχονται, για παράδειγμα, από τα αυτοκίνητα.

Ο καπνός επηρεάζει και περιοχές μακριά από τις πυρκαγιές
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις περιοχές όπου εκδηλώνονται οι πυρκαγιές. Τα μικροσωματίδια μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις με τους ανέμους, επηρεάζοντας την υγεία πληθυσμών που βρίσκονται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Ο WMO επισημαίνει, παράλληλα, ότι οι σημερινές εκτιμήσεις για τους κινδύνους από την ατμοσφαιρική ρύπανση ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πλήρως την αυξημένη τοξικότητα του καπνού των πυρκαγιών.

Επιδημιολογική μελέτη που περιλαμβάνεται στην έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα παραδοσιακά μοντέλα που βασίζονται αποκλειστικά στις συγκεντρώσεις PM2,5 μπορεί να υποτιμούν έως και κατά 93% τη θνησιμότητα που συνδέεται με την έκθεση στον καπνό των πυρκαγιών.

Οι καύσωνες ενισχύουν το τροποσφαιρικό όζον

Εξίσου σημαντική απειλή αποτελεί το τροποσφαιρικό όζον, η δημιουργία του οποίου ευνοείται από τις υψηλές θερμοκρασίες και τους παρατεταμένους καύσωνες.

Η άνοδος της θερμοκρασίας, η ατμοσφαιρική στασιμότητα και η έντονη ηλιακή ακτινοβολία δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για τον σχηματισμό όζοντος κοντά στην επιφάνεια της Γης. Το φαινόμενο έχει καταγραφεί σε πρόσφατες μελέτες στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Κίνα.

Η παρατεταμένη έκθεση στο τροποσφαιρικό όζον συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, κυρίως από αναπνευστικές παθήσεις. Ο WMO προειδοποιεί ότι η περαιτέρω αύξηση των συγκεντρώσεων του συγκεκριμένου ρύπου θα μπορούσε να οδηγήσει σε δεκάδες χιλιάδες επιπλέον θανάτους.

Η έκθεση αναδεικνύει, τέλος, την ανάγκη για περισσότερη έρευνα σχετικά με τα μικροπλαστικά στην ατμόσφαιρα, καθώς οι συγκεντρώσεις και οι επιπτώσεις τους παραμένουν δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια.

Παράλληλα, ο μαύρος άνθρακας, ή αιθάλη, που εκπέμπεται μεταξύ άλλων από τις δασικές πυρκαγιές, αποτελεί παράγοντα που ενισχύει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Όταν κατακάθεται σε χιονισμένες και παγωμένες επιφάνειες, μειώνει την ικανότητά τους να αντανακλούν την ηλιακή ακτινοβολία, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω άνοδο της θερμοκρασίας.

 

Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *