5ο Evia Film Project: Ανοιχτές συζητήσεις με καταξιωμένους δημιουργούς στα Λουτρά Αιδηψού

26 Ιουνίου, 2026 21:00

Αγαπημένοι δημιουργοί και καταξιωμένοι επαγγελματίες της κινηματογραφικής βιομηχανίας από την Ελλάδα συμμετέχουν σε μία σειρά ανοιχτών συζητήσεων, στο πλαίσιο του 5ου Evia Film Project (23-27/06/2026), της πράσινης πρωτοβουλίας του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που πραγματοποιείται για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά στη Βόρεια Εύβοια.

Τις φετινές συζητήσεις συντονίζει ο Νεκτάριος Σάκκας, συνεργάτης του Διεθνούς Προγράμματος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ σε αυτές συμμετέχουν και οι φοιτητές του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στα Ψαχνά.

«Από την ιδέα στον κόσμο: Η διαδρομή της ελληνικής ταινίας»

Η έναρξη έγινε την Τετάρτη 24 Ιουνίου, με την εκδήλωση με τίτλο «Από την ιδέα στον κόσμο: Η διαδρομή της ελληνικής ταινίας», που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού «Μελίνα Μερκούρη» στα Λουτρά Αιδηψού, και στην οποία συμμετείχαν ο Κωνσταντίνος Κοντοβράκης (παραγωγός, Kinestet), η Ιωάννα Μπολομύτη (παραγωγός, Αταλάντη) και ο Διονύσης Σαμιώτης (παραγωγός, Tanweer Productions).

Οι τρεις παραγωγοί συζήτησαν με το κοινό και τους φοιτητές σχετικά με τη διαδρομή και το μέλλον των ελληνικών ταινιών. Ο Κωνσταντίνος Κοντοβράκης αναφέρθηκε σε μια πολύ σημαντική έννοια στο κινηματογραφικό σύμπαν: το κοινό, το οποίο αποτελεί για τον ίδιο λέξη-κλειδί. «Όταν ξεκινάει κάποιος ως παραγωγός, είναι πολύ σημαντικό να έχει κατά νου για ποιο ακριβώς κοινό κάνει την κάθε ταινία, και αυτό θα τον οδηγήσει στη σωστή διαδρομή», σημείωσε χαρακτηριστικά. Υπογράμμισε επίσης πως όταν επικρατεί σύγχυση σχετικά με το κοινό αναφοράς, ο παραγωγός δεν ξέρει πού ακριβώς να στρέψει το τιμόνι της ταινίας, με αποτέλεσμα να μειώνονται κατά πολύ οι πιθανότητες επιτυχίας. Απευθυνόμενος στους φοιτητές που ενδιαφέρονται να ασχοληθούν με το επάγγελμα της παραγωγής, σημείωσε πως κάθε ταινία αποτελεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό, κοπιώδες και μακρύ ταξίδι, προσθέτοντας πως είναι πολύ εύκολο να χάσεις τον δρόμο σου.

Η Ιωάννα Μπολομύτη συμφώνησε με τον κ. Κοντοβράκη στην ανάγκη απόλυτου προσδιορισμού του κοινού μιας ταινίας. Τόνισε, επίσης, τη σημασία του καθορισμού της ταυτότητας του κάθε πρότζεκτ από τα πρώτα ακόμη στάδια της παραγωγής του, ώστε αυτό να έχει γερά θεμέλια. Αναφέρθηκε στην πρόσφατη επιτυχία που σημείωσε η ταινία «Το αγόρι με τα γαλάζια μάτια» του Θανάση Νεοφώτιστου, όπου εκείνη είχε αναλάβει την παραγωγή και η οποία έκανε πρόσφατα την παγκόσμια πρεμιέρα της στο SXSW London 2026, αναφέροντας πόσο σημαντικό είναι για τους συντελεστές μιας ταινίας να παραμένουν προσαρμοστικοί. Προσέθεσε επίσης ότι έλαβαν την απόφαση να δουλέψουν ξανά το μοντάζ, σημειώνοντας ότι με το ίδιο υλικό κατέληξαν σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, το οποίο οδήγησε στην επιτυχία της ταινίας. Ανέφερε, τέλος, ότι η δουλειά ενός παραγωγού απαιτεί τεράστια ψυχραιμία και υπομονή: «Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που ξεκίνησα να δουλεύω απαίτησε χρόνια προσπαθειών, αλλά κατορθώσαμε να συγκεντρώσουμε χρηματοδότηση ύψους 1,3 εκατομμυρίου ευρώ, με συνολικά επτά χώρες συμπαραγωγής».

Αμέσως μετά, τον λόγο πήρε ο Διονύσης Σαμιώτης, ο οποίος μίλησε για τη σημασία της στοχοπροσήλωσης: «Ανάλογα με το ποιος είναι ο στόχος σου (ένα μαζικό ή ένα φεστιβαλικό κοινό) πρέπει να πείσεις το συγκεκριμένο κοινό, και όλες σου οι ενέργειες πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς αυτή την κατεύθυνση». Στη συνέχεια, ως παραγωγός τεράστιων κινηματογραφικών επιτυχιών, μεταξύ αυτών η «Πολίτικη Κουζίνα», που εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή του ελληνικού box office από το 2003, ο Διονύσης Σαμιώτης περιέγραψε την παραγωγή ως μια δουλειά με πολλές διακυμάνσεις: «Έχω περάσει από πολλά κύματα της ελληνικής παραγωγής. Η αλήθεια είναι πως ο σχεδιασμός δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα μέσα στα χρόνια: αν καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε χρηματοδότηση, οι ταινίες γίνονται πραγματικότητα». Παράλληλα, διατύπωσε τη γνώμη πως διανύουμε μια πολύ καλή εποχή για την ελληνική παραγωγή.

«Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;»

Στην εκδήλωση με τίτλο «Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Έννοιες ασύμβατες;», που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 25 Ιουνίου συμμετείχαν οι Γιώργος Ζώης (κινηματογραφιστής), Μαρία Καραγιαννάκη (παραγωγός, Chase the Cut), Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη (καθηγήτρια-σύμβουλος ΕΑΠ-επιμελήτρια τεκμηρίωσης filmography.gr), Αλέξανδρος Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου-μεταφραστής).

Οι θεωρητικοί και επαγγελματίες του σινεμά συζήτησαν σχετικά με τη διάκριση, τη σύγκρουση και τη συνύπαρξη καλλιτεχνικού και εμπορικού σινεμά, τις καταβολές αυτού του διαχωρισμού, αλλά και το πώς ενσωματώνεται αυτό το δίπολο σε μεγαλύτερα αφηγήματα.

Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη υπογράμμισε πως η διάκριση μεταξύ καλλιτεχνικού και εμπορικού σινεμά δεν είναι φυσική αλλά ιστορικά και πολιτισμικά κατασκευασμένη, καθώς εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς. Στη συνέχεια, περιέγραψε συνοπτικά τα αντιθετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά του εμπορικού και του καλλιτεχνικού σινεμά: το μεν εμπορικό ζητάει το μεγαλύτερο δυνατό εύρος πρόσληψης, έχει πολύ καθαρά γραμμένους χαρακτήρες, ενώ οι υπόγειες δυνάμεις αιτίου-αιτιατού, οι οποίες καθοδηγούν τις αποφάσεις των πρωταγωνιστών, είναι προφανείς: «Τα εμπορικά πρότζεκτ είναι συνήθως προσωποπαγή και στηρίζονται σε μεγάλους ηθοποιούς. Έντονη είναι επίσης η έννοια του franchise, ενώ το κοινό περιμένει μια συνέχεια από τις ταινίες που αγαπά (για παράδειγμα στα πρόσφατα και επιτυχημένα Backrooms και Obsession). Οι συμβάσεις είναι ουσιαστικά και η καταδίκη του εμπορικού σινεμά».

Αντιθέτως, όπως είπε, το καλλιτεχνικό σινεμά έχει αντιθετικές ποιότητες και διαφορετικά χαρακτηριστικά: «Στο καλλιτεχνικό σινεμά στόχος δεν είναι η οικονομική απόσβεση, αλλά η πολιτιστική διερεύνηση. Παρατηρούμε μια χαλαρή ανάπτυξη χαρακτήρων, ενώ οι εμμονές του δημιουργού βγαίνουν στο προσκήνιο. Σε αυτές τις ταινίες, παρατηρούμε αισθητική αρτιότητα και πρωτοτυπία».

Αμέσως μετά, τον λόγο πήρε ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, ο οποίος, αναφέρθηκε στο πεδίο της διανομής και της παραγωγής, πέρα από την άμεση, βιωμένη εμπειρία: «Καμία άλλη τέχνη δεν χρειάζεται τόσα λεφτά όσα το σινεμά. Οι διαφορές στο μπάτζετ με άλλες τέχνες είναι χαοτικές και κωμικές. Η εννοιολόγηση λοιπόν αυτή και η διάκριση μεταξύ εμπορικού και καλλιτεχνικού σινεμά είναι ο τρόπος που έχει σκαρφιστεί ο ίδιος ο κινηματογράφος για να ξορκίσει το γεγονός ότι προϋποθέτει μια καπιταλιστική οικονομία, διότι το σινεμά δεν μπορεί να υπάρξει και δεν έχει νόημα έξω από το πλαίσιο του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Το σινεμά είναι λοιπόν μια εγγενώς αντιφατική τέχνη, και δυστυχώς ποτέ τα καλλιτεχνικά και εμπορικά υποπροϊόντα του δεν είχαν τόση απόσταση μεταξύ τους. Βιώνουμε ένα μεγάλο βραχυκύκλωμα του σινεμά. Στο παρελθόν, για παράδειγμα στην εποχή του New Hollywood, υπήρχε μια κεντρική λειτουργία που έφερνε κοντά τις δύο πλευρές και διεκδικούσε χώρο στη συνείδηση του θεατή – ποιος μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα αν το σινεμά του Σκορσέζε ή του Κόπολα είναι εμπορικό ή καλλιτεχνικό; Δυστυχώς, βιώνουμε μια εποχή κατά την οποία το κέντρο είναι θρυμματισμένο: μπορεί να διασκεδάζεις αλλά λείπει η τέχνη, το όραμα, η μαστοριά. Κι αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση του σινεμά: η αποκατάσταση αυτού του διαλυμένου εμπορικο-καλλιτεχνικού κέντρου», κατέληξε.

Στο σημείο αυτό, τη σκυτάλη πήρε η Μαρία Καραγιαννάκη, η οποία αναφέρθηκε αμέσως στις κοσμογονικές αλλαγές που έχει υποστεί το κινηματογραφικό τοπίο: «Ας μη συγκρίνουμε το παρελθόν με το παρόν: παλιά, ακόμη και τα μεγάλα στούντιο έκαναν μεγάλες πατέντες στις παραγωγές τους. Στην επόμενη εποχή του New Hollywood, τα στούντιο βρήκαν την κλασική συνταγή τους με τεράστια ονόματα και κτηνώδη μπάτζετ», ανέφερε. «Ένας θεωρητικός κάνει τη διάκριση μεταξύ καλλιτεχνικού και εμπορικού σε δεύτερο χρόνο. Εμείς, ως παραγωγοί, την κάνουμε από πολύ πριν, από τη γέννηση ακόμα του πρότζεκτ. Πρακτικά, ο διαχωρισμός αυτός είναι μια μεγάλη γενναία απόφαση που ξεκινάει από τη χρηματοδότηση. Από πάρα πολύ νωρίς, ο δημιουργός καλείται να αντιμετωπίσει έναν εφιάλτη και να συμφιλιωθεί με την ιδέα πως, εκτός από την ταινία του, δημιουργεί κι ένα προϊόν, και δεν αρκεί να πείσει τον παραγωγό αλλά και τον χρηματοδότη».

Τέλος, τον λόγο πήρε ο Γιώργος Ζώης, ο οποίος μίλησε από τη σκοπιά του δημιουργού: «Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν σκέφτομαι τον διαχωρισμό καλλιτεχνικού και εμπορικού έργου εκ προοιμίου. Προκύπτει ως εσωτερική ανάγκη, δεν εκκινώ από κάποια διάκριση, και το γράψιμό μου δεν διαφέρει. Αν ξεκινήσεις με την παραδοχή της εμπορικότητας, κληρονομείς έναν επίμονο παραγωγό που διαρκώς ζητάει πράγματα και επεμβαίνει στο σενάριο, κάνοντας υποθέσεις που δεν ξέρουμε αν θα πετύχουν. Εγώ προσωπικά χαίρομαι που υπάρχει αυτό που ονομάζουμε “προσωπικό σινεμά” (δεν μου αρέσει ο όρος “καλλιτεχνικό σινεμά”) και χρηματοδοτείται. Με ενοχλεί η εμμονή με το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Αυτό το μοντέλο παραγωγής με βρίσκει αντίθετο, κι εμείς οι δημιουργοί πρέπει να συσπειρωθούμε», τόνισε. «Άλλωστε, από πότε η πλειοψηφία δίνει την υψηλότερη αξία σε ένα κινηματογραφικό έργο; Εγώ βλέπω ταινίες που μπορεί να μην έχουν εκατομμύρια θεατές, αλλά εμένα με μετακίνησαν, μου έδωσαν τροφή για να ζήσω πολλούς μήνες, ίσως σε κάποιους ακόμη και να έσωσαν τη ζωή. Αυτός είναι ο λόγος που μαχόμαστε για την προσωπική δημιουργία: θέλουμε ένα σινεμά με συνείδηση, κι ας μην έχει εκατομμύρια θεατές».

«Σοβαρά τώρα; Η οριακή τέχνη της κωμωδίας»

Την ίδια μέρα, πραγματοποιήθηκε και η ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Σοβαρά τώρα; Η οριακή τέχνη της κωμωδίας» με ομιλητές τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο, τη stand-up κωμικό Ήρα Κατσούδα και τον ηθοποιό Θάνο Τοκάκη.

H συζήτηση περιστράφηκε αρχικά γύρω από τη διάσημη αμερικανική κωμωδία «Τροπική καταιγίδα», η οποία προβλήθηκε το προηγούμενο βράδυ, στο θερινό «Απόλλων», στο πλαίσιο του 5ου Evia Film Project, με την Ήρα Κατσούδα να σχολιάζει πως πρόκειται για μια ταινία που σατιρίζει το κλασικό μοντέλο του λευκού χολιγουντιανού ηθοποιού, που ακολουθεί τις δοκιμασμένες λύσεις και τα στερεότυπα προκειμένου να κατακτήσει την κορυφή. «Το ζητούμενο στην κωμωδία είναι να στοχεύει στο λεγόμενο “punch up”, να στρέφει δηλαδή τα σαρκαστικά της βέλη προς τα πάνω, προς τις κοινωνικές ομάδες που κατέχουν εξουσία, προνόμια, προβολή και φήμη. Όταν συμβαίνει το αντίθετο (“punch down”), το να βάζεις δηλαδή στο στόχαστρο ανθρώπους που υφίστανται διακρίσεις και υποτίμηση, είναι σαφώς κατακριτέο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, ο Θάνος Τοκάκης μίλησε για τους αδιόρατους μηχανισμούς παραγωγής του γέλιου: «Το μόνο σίγουρο είναι πως ο δογματισμός σκοτώνει το χιούμορ εκ των προτέρων, από τη στιγμή που το οριοθετεί και το περιχαρακώνει. Το χιούμορ οφείλει να λειτουργεί απελευθερωτικά, ως μορφή αποσυμπίεσης», προσέθεσε σχετικά.

Ακολούθως, ο Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε σχετικά με την ύπαρξη κόκκινων γραμμών στην κωμωδία, σε σχετική τοποθέτηση από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Ορέστη Ανδρεαδάκη, ο οποίος αναρωτήθηκε κατά πόσο θα ήταν εφικτό να γυριστούν σήμερα κωμωδίες όπως το «Ένας προφήτης… Μα τι προφήτης!» των Monty Python. Ο κ. Καντέα-Παπαδόπουλος υπογράμμισε αρχικά πως πρόκειται για ένα περίπλοκο ζήτημα, καθώς οι προβληματικές αλλάζουν ανάλογα με την εποχή και την επικρατούσα νοοτροπία, ενώ πολλές φορές η ίδια η κωμωδία μάς δίνει τις απαντήσεις μέσα από το τι επιλέγει να θίξει.

Αμέσως μετά, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, μίλησε για τις ταινίες που εγκολπώνουν με επιτυχία κωμικά στοιχεία σε έναν δραματικό σκελετό, δίνοντας έμφαση στην αμηχανία που προκαλεί συχνά σε όλους μας η συνύπαρξη των δύο αυτών κόσμων, ενώ συγχρόνως επισήμανε τις λαϊκές καταβολές της κωμωδίας ως κινηματογραφικού είδους.

Τέλος, οι τρεις ομιλητές επικεντρώθηκαν στις αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει αναφορικά με το είδος του χιούμορ που γίνεται αποδεκτό από την κοινωνία, μέσα από την αναφορά αστείων που στην πάροδο του χρόνου κατέληξαν να θεωρούνται προσβλητικά ή μειωτικά. Από την πλευρά της, η Ήρα Κατσούδα συμπλήρωσε: «Πρέπει να έχουμε πάντα συναίσθηση πως αποτελούμε κομμάτι μιας ασταμάτητης εξελικτικής διαδικασίας. Δεν απορρίπτουμε ό,τι προηγήθηκε, αλλά το μελετούμε για να συνειδητοποιήσουμε τα λάθη και τις παραλείψεις, έχοντας πάντα επίγνωση πως στο μέλλον θα βρεθούμε και εμείς σε αυτή τη θέση της κριτικής και της αποδόμησης».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *