Μπορεί να χρειαστούν ακόμη και 7 έως 10 χρόνια για να διαγνωστεί η ενδομητρίωση, με πολλές γυναίκες να θεωρούν τον έντονο πόνο της περιόδου «φυσιολογικό». Η νόσος, όμως, μπορεί να εξελιχθεί και να επηρεάσει σημαντικά τη γονιμότητα.
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια γυναικολογική πάθηση κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα, συχνότερα στις ωοθήκες, τις σάλπιγγες και το περιτόναιο. Οι βλάβες προκαλούν φλεγμονή, ουλώδη ιστό και συμφύσεις, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου μπορούν να αλλοιώσουν την ανατομία της πυέλου.
«Η ενδομητρίωση συνιστά μία από τις πιο χαρακτηριστικές “κρυφές” παθήσεις της γυναικολογίας και συνδέεται στενά με τη γυναικεία υπογονιμότητα», επισημαίνει ο Στυλιανός Ίβρος, Διευθυντής Κέντρου Γυναικολογίας & Γυναικολογικής Ογκολογίας στο Metropolitan Hospital.
Πώς επηρεάζει τη γονιμότητα
Οι συμφύσεις που προκαλεί η νόσος μπορεί να δυσκολέψουν τη φυσιολογική λειτουργία των σαλπίγγων και την επαφή ωαρίου και σπερματοζωαρίου. Παράλληλα, η χρόνια φλεγμονή και τα ενδομητριώματα στις ωοθήκες ενδέχεται να επηρεάσουν την ωοθηκική εφεδρεία, ενώ οι ορμονικές και ανοσολογικές μεταβολές που συνοδεύουν τη νόσο μπορεί να επηρεάσουν και την εμφύτευση.
Ποια συμπτώματα πρέπει να κινητοποιήσουν τις γυναίκες
Έντονος πόνος κατά την περίοδο που επηρεάζει την καθημερινότητα, πόνος κατά ή μετά τη σεξουαλική επαφή, χρόνιο πυελικό άλγος, ενοχλήσεις κατά την ούρηση ή την κένωση του εντέρου – ιδιαίτερα τις ημέρες της περιόδου – αποτελούν συμπτώματα που χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση.
Σημαντικό «καμπανάκι» είναι και η δυσκολία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 6 έως 12 μήνες συστηματικών προσπαθειών, ανάλογα με την ηλικία και το ιστορικό της γυναίκας.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αλλάξει την πορεία της νόσου
Η διάγνωση βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό, την κλινική εξέταση και την κατάλληλη απεικόνιση. Το εξειδικευμένο διακολπικό υπερηχογράφημα υψηλής ευκρίνειας (mapping ενδομητρίωσης) και η μαγνητική τομογραφία πυέλου με ειδικό πρωτόκολλο μπορούν να συμβάλουν στη λεπτομερή χαρτογράφηση των βλαβών, ακόμη και σε περιπτώσεις βαθιάς διηθητικής ενδομητρίωσης.
Η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία, τα συμπτώματα και κυρίως τα αναπαραγωγικά σχέδια της γυναίκας. Μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική ή ορμονική αγωγή, ενώ όταν απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση χρησιμοποιούνται η λαπαροσκόπηση και η ρομποτική χειρουργική, με στόχο την αφαίρεση των βλαβών και των συμφύσεων και τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερου υγιούς ωοθηκικού ιστού.
Σε γυναίκες με προχωρημένη νόσο ή πριν από ορισμένες επεμβάσεις στις ωοθήκες μπορεί να εξεταστεί και η διατήρηση γονιμότητας, όπως η κρυοσυντήρηση ωαρίων, μετά από εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση.
«Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων, η σωστή διαγνωστική χαρτογράφηση και η εξατομικευμένη θεραπευτική αντιμετώπιση μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά την πορεία της νόσου», καταλήγει ο κ. Ίβρος.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


