Κύκλωμα «ξέπλενε» μαύρο χρήμα μέσω οργανισμών κοινής ωφέλειας – Η νέα μεθοδολογία που εντόπισε η Αρχή Βουρλιώτη

Μια νέα μέθοδο νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, με τη χρήση εταιρειών κοινής ωφέλειας ως «ενδιάμεσων», εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, υπό τον πρώην αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Βουρλιώτη.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Αρχής, φυσικά πρόσωπα που εμφανίζονται να κατοικούν στην Ελλάδα κατέθεταν σε παρόχους κοινής ωφέλειας, ποσά πολύ μεγαλύτερα από τις πραγματικές οφειλές τους. Στη συνέχεια ζητούσαν την επιστροφή της διαφοράς, εμφανίζοντάς την ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό.

Με αυτόν τον τρόπο, χρήματα άγνωστης ή παράνομης προέλευσης επέστρεφαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των ενδιαφερόμενων ως νόμιμο «refund» από μια εταιρεία κοινής ωφέλειας, αποκτώντας έτσι νομιμοφανή προέλευση.

Η πρακτική φέρεται, μάλιστα, να χρησιμοποιείται και για μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμούς του εξωτερικού.

Η μεθοδολογία του ξεπλύματος

Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων της Αρχής, η διαδικασία ακολουθούσε συγκεκριμένα βήματα:

– Τα φυσικά πρόσωπα συνάπταν συμβάσεις με παρόχους κοινής ωφέλειας για ακίνητα που κατείχαν ή μίσθωναν. Σε αρκετές περιπτώσεις είχαν συμβάσεις με πολλούς παρόχους και για διαφορετικά ακίνητα.

– Πραγματοποιούσαν επαναλαμβανόμενες πληρωμές ιδιαίτερα υψηλών ποσών, οι οποίες δεν δικαιολογούνταν από τις πραγματικές οφειλές ή την κατανάλωσή τους.

– Τα χρήματα προέρχονταν σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων από κάρτες ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα που τηρούνταν σε ιδρύματα εκτός Ελλάδας.

– Οι υπερβολικές καταβολές δημιουργούσαν μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των πελατών στους παρόχους.

– Στη συνέχεια, οι πελάτες ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων, με αποτέλεσμα τα ποσά να καταλήγουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κυρίως στην Ελλάδα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με την Αρχή, οι λογαριασμοί στους οποίους κατέληγαν οι επιστροφές ήταν διαφορετικοί από εκείνους μέσω των οποίων είχαν αρχικά καταβληθεί τα χρήματα. Μάλιστα, έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις όπου οι ίδιοι τραπεζικοί λογαριασμοί δέχονταν επιστροφές από περισσότερους παρόχους κοινής ωφέλειας.

Ποια στοιχεία κίνησαν τις υποψίες

Ιδιαίτερη σημασία για τις ελεγκτικές αρχές είχε το γεγονός ότι τα ποσά που εμφανίζονταν ως επιστροφές δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τη φορολογική και οικονομική εικόνα των εμπλεκόμενων προσώπων.

Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με την Αρχή, λειτουργούσαν χωρίς να γνωρίζουν ότι οι συναλλαγές χρησιμοποιούνταν για τη νομιμοποίηση παράνομων κεφαλαίων. Η επιστροφή των χρημάτων από έναν αναγνωρίσιμο και νόμιμο πάροχο δημιουργούσε, έτσι, ένα νέο ίχνος συναλλαγής που μπορούσε να προσδώσει στα αρχικά κεφάλαια επίφαση νομιμότητας.

Η Αρχή χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μεθοδολογία ως πρακτική που εμφανίζει αυξανόμενη συχνότητα και επισημαίνει την ανάγκη συστηματικής μελέτης της, ώστε να ενισχυθούν οι μηχανισμοί εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών και να ληφθούν μέτρα για την αποτροπή της.

 

 

 

Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *