Κυριάκος Πιερρακάκης: «Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη»

15 Σεπτεμβρίου, 2026 20:00 #Πιερρακάκης

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης συμμετείχε σήμερα το πρωί σε εκδήλωση του Jacques Delors Centre της Hertie School στο Βερολίνο.

Ο κ. Πιερρακάκης είχε την ευκαιρία να συζητήσει με την Thu Nguyen, συνδιευθύντρια του Jacques Delors Centre, με θέμα «Από πού θα προέλθει η μελλοντική ανάπτυξη της Ευρώπης;».

Συντονιστής: Θα ήθελα να σας καλωσορίσω, εκ μέρους της Hertie School και του Jacques Delors Centre, στην πρωινή μας συζήτηση με τον Κυριάκο Πιερρακάκη, Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της Ελλάδας και Πρόεδρο του Eurogroup.

Είναι επίσης μεγάλη χαρά να σας καλωσορίζω εκ μέρους του Jacques Delors Friends of Europe Foundation, χάρη στο οποίο κατέστη δυνατή η σημερινή εκδήλωση.
Θα έλεγα, μάλιστα, ότι οι επισκέψεις Προέδρων του Eurogroup στη Hertie School και στο Jacques Delors Centre έχουν πλέον εξελιχθεί σε κάτι σαν παράδοση.
Πέρυσι υποδεχθήκαμε επίσης τον Paschal Donohoe, ο οποίος ήταν τότε Υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας και Πρόεδρος του Eurogroup. Είμαι αρκετά παλιός ώστε να θυμάμαι και την επίσκεψη του Jeroen Dijsselbloem στη Hertie School, οπότε ας ελπίσουμε ότι αυτή η παράδοση θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμη.
Έχοντας περάσει και ο ίδιος αρκετό χρόνο σε αυτό το ίδρυμα ως ερευνητής, έχω επίσης την αίσθηση ότι συχνά είναι καλύτερο όταν ο ίδιος ο θεσμός δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησής μας.
Όταν δεν μιλάμε για το Eurogroup, συνήθως σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση κρίσης.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι έχουμε εισέλθει ξανά σε μια περίοδο αναταράξεων. Βλέπουμε πιέσεις στις αγορές και γεωπολιτικές πιέσεις που επηρεάζουν τη σταθερότητα της Ευρωζώνης και το κόστος ζωής. Και, βεβαίως, διανύουμε μια περίοδο ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι ευρωπαϊκές οικονομίες.
Είναι, επομένως, μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για να συζητήσουμε την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και τη σταθερότητα της Ευρωζώνης. Και έχουμε την εξαιρετική ευκαιρία να κάνουμε αυτή τη συζήτηση με τον Υπουργό Κυριάκο Πιερρακάκη.
Δεν θα σας απασχολήσω περισσότερο και θα δώσω τώρα τον λόγο στην Thu Nguyen, συνδιευθύντρια του Jacques Delors Centre, η οποία θα συντονίσει τη συζήτησή μας.

Οι συζητήσεις στο Eurogroup – Πρόοδος στις εκθέσεις Letta , Draghi- Ενοποίηση αγορών ενέργειας, τραπεζών, τηλεπικοινωνιών, τεχνολογίας

Thu Nguyen: Ευχαριστώ πολύ, Mark. Επιτρέψτε μου και από την πλευρά μου να καλωσορίσω τον Πρόεδρο στο Jacques Delors Centre και στη Hertie School.
Γνωρίζω ότι βρίσκεστε στο Βερολίνο μόνο για 24 ώρες, οπότε χαιρόμαστε ιδιαίτερα που διαθέτετε μία ώρα από το ιδιαίτερα επιβαρυμένο πρόγραμμά σας για να μιλήσετε μαζί μας και να συζητήσουμε πώς μπορούμε να θέσουμε την Ευρώπη σε μια ισχυρότερη αναπτυξιακή τροχιά.
Όπως ανέφερα, έχουμε περίπου μία ώρα στη διάθεσή μας. Θέλω να αφήσουμε λίγο χρόνο στο τέλος και για ερωτήσεις από το κοινό, οπότε ας περάσουμε κατευθείαν στη συζήτηση.
Έχετε υποστηρίξει ότι το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας και της μελλοντικής ανάπτυξης της Ευρώπης είναι ολοένα και περισσότερο ζήτημα κλίμακας. Έχουμε καλές επιχειρήσεις, έχουμε καλές ιδέες, αλλά πάρα πολλές από αυτές παραμένουν εγκλωβισμένες σε κατακερματισμένες εθνικές αγορές.
Ακούμε αυτή τη διάγνωση εδώ και πολλά χρόνια. Την έχουμε ακούσει από τον Enrico Letta, την έχουμε ακούσει από τον Mario Draghi στις εκθέσεις για την ενιαία αγορά και πλέον την ακούμε και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Εάν μπορούσατε να άρετε ένα μόνο εμπόδιο που δεν επιτρέπει στην Ευρώπη να αποκτήσει την αναγκαία κλίμακα, ποιο θα ήταν αυτό; Και γιατί, εφόσον η διάγνωση είναι τόσο ξεκάθαρη, δεν το έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Καταρχάς, καλημέρα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι μαζί σας στο Βερολίνο, στη Hertie School. Κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί παράδοση και για μένα, καθώς είχα επισκεφθεί τη Hertie School και την προηγούμενη φορά που βρέθηκα στο Βερολίνο, όταν είχα έρθει για να συναντήσω τον καλό μου συνάδελφο, τον τότε Καγκελάριο.

Επιτρέψτε μου πρώτα να σχολιάσω αυτό που είπατε προηγουμένως, ότι είναι καλύτερο να μη μιλάμε για το Eurogroup.
Νομίζω ότι αυτή είναι μια εύλογη διαπίστωση όταν μιλάμε για τη διαχείριση κρίσεων. Και ισχύει επίσης σε σχέση με τον άτυπο χαρακτήρα του Eurogroup, ο οποίος πρέπει να επιτρέπει στους υπουργούς Οικονομικών να πραγματοποιούν συζητήσεις που δεν διεξάγονται δημόσια, να μπορούν να εκφράζουν πιο ελεύθερα τις απόψεις τους, ώστε να καταλήγουμε ταχύτερα σε συναινέσεις. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, πράγματι ισχύει.

Από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι υπάρχει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα θεμάτων που πρέπει να συζητάμε, και αυτό συνδέεται και με την ερώτησή σας. Πρόκειται για όλους εκείνους τους τομείς στους οποίους μπορούμε να απελευθερώσουμε αναπτυξιακές δυνατότητες και για τους οποίους το Eurogroup παραδοσιακά δεν συζητούσε: είτε πρόκειται για την τεχνολογία, είτε για την ενέργεια, είτε για τους φυσικούς πόρους.

Πιερρακάκης: Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη, καλύτερες υπηρεσίες, περισσότερη χρηματοδότηση

Δηλαδή, ένα ολόκληρο φάσμα θεμάτων που συνήθως δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ενός υπουργείου Οικονομικών, αλλά επηρεάζουν τα δημόσια οικονομικά και τις οικονομικές προοπτικές κάθε κράτους-μέλους, καθώς και της Ευρώπης συνολικά.
Θεωρώ ότι το Eurogroup πρέπει να αρχίσει να συζητά και αυτά τα θέματα. Τα έχουμε εντάξει στο πρόγραμμά μας για τη φετινή χρονιά και ελπίζω ότι ορισμένα από όσα θα εξετάσουμε, θα οδηγήσουν σε απτά αποτελέσματα και, κατά συνέπεια, θα προσελκύσουν και την ανάλογη προσοχή.

Τώρα, σε ό,τι αφορά την ερώτησή σας.
Φοβάμαι ότι η απάντηση για σχεδόν κάθε τομέα στον οποίο δεν καταφέραμε να υλοποιήσουμε όσα είχαμε σχεδιάσει, είναι η ίδια.
Συμφωνήσαμε ως προς τις δυνατότητες. Συμφωνήσαμε ότι θα ήταν προς όφελος της Ευρώπης εάν μπορούσαμε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη κλίμακα και να άρουμε τα εμπόδια. Αλλά, σε κάποιο σημείο των αρχικών συζητήσεων για κάθε επιμέρους τομέα πολιτικής, είτε πρόκειται για την ενέργεια, είτε για τις τράπεζες, είτε για τις κεφαλαιαγορές, εμφανιζόταν ένα «αλλά».
Και αυτό το «αλλά» ήταν η εθνική διάσταση.

Είναι μια πολύ καλή ιδέα, θα βοηθήσει την Ευρώπη. Αλλά, αν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη συγκεκριμένη παράμετρο, πιστεύω ότι θα πρέπει να προσθέσουμε την όποια εθνική ανησυχία. Και αυτό είναι εύλογο.
Κάθε χώρα έχει τις δικές της εθνικές ανησυχίες. Κάθε χώρα έχει τους δικούς της «εθνικούς αστερίσκους». Και, πάνω απ’ όλα, κάθε χώρα έχει το δικό της εθνικό συμφέρον.

Σήμερα, όμως, θεωρώ ότι οι αλλαγές που βλέπουμε στο εξωτερικό περιβάλλον και στις συνθήκες. έχουν αλλάξει τους υπολογισμούς κάθε κράτους-μέλους της Ευρώπης.

Υπάρχει πλέον μεγαλύτερη επίγνωση του κόστους που συνεπάγεται η απουσία κοινής ευρωπαϊκής δράσης και του ολοένα υψηλότερου τιμήματος της αδράνειας.
Γι’ αυτό και είμαι αισιόδοξος ως προς την πρόοδο που μπορούμε να επιτύχουμε σε όλα τα διαφορετικά πεδία της ατζέντας, ώστε οι προτάσεις των εκθέσεων Draghi και Letta να γίνουν πράξη.
Δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να επιλέξω μόνο ένα.
Αν, όμως, έπρεπε να επιλέξω ένα, αυτό θα ήταν η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και οι βασικές συνιστώσες της που αφορούν τις κεφαλαιαγορές και τις τράπεζες.

Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι ένας ευρύς όρος που περιλαμβάνει όσα προηγουμένως περιγράφαμε ως Ένωση Κεφαλαιαγορών και Τραπεζική Ένωση.
Σε ό,τι αφορά την Ένωση Κεφαλαιαγορών, θεωρώ ότι το πακέτο για την ενοποίηση και την εποπτεία των αγορών, το οποίο συζητούμε αυτή την περίοδο, βρίσκεται στον πυρήνα αυτού που προσπαθούμε να επιτύχουμε.
Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη κοινή εποπτεία στις κεφαλαιαγορές μας, εάν θέλουμε να άρουμε τις στρεβλώσεις που υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρώπης.

Θα προσέθετα εδώ ένα στοιχείο: το ΔΝΤ έχει υπολογίσει ότι τα εμπόδια που υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών ισοδυναμούν με κρυφούς δασμούς της τάξης του 110%. Στη μεταποίηση, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 44%.
Το να μην έχουμε κάποιο επίπεδο κοινής εποπτικής ικανότητας είναι σαν να έχουμε το ευρώ χωρίς μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Εξακολουθούμε να έχουμε τις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Εξακολουθούμε να έχουμε την Bundesbank, εξακολουθούμε να έχουμε την Τράπεζα της Ελλάδος. Όμως η ΕΚΤ είναι ο βασικός θεσμικός παράγοντας όσον αφορά τη διαχείριση του κοινού μας νομίσματος, με κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων εποπτείας.
Με την ίδια λογική, στις ενοποιημένες κεφαλαιαγορές πρέπει να υπάρξει αντίστοιχη σχέση μεταξύ της ESMA και των εθνικών εποπτικών αρχών.

Αυτό ακριβώς διαπραγματευόμαστε και συζητούμε αυτή την περίοδο.
Επομένως, εάν έπρεπε να επιλέξω ένα πεδίο, θα ήταν αυτό.
Αλλά δεν πρέπει να είναι μόνο ένα. Εάν είναι μόνο ένα, τότε έχουμε αποτύχει.

Αυτή η γενιά υπευθύνων χάραξης πολιτικής πρέπει να επιδείξει πρόοδο σε όλα τα πεδία που περιγράφονται στην έκθεση Draghi: είτε πρόκειται για την ενοποίηση των ενεργειακών αγορών, είτε για την ενοποίηση των αγορών τηλεπικοινωνιών – έναν τομέα στον οποίο η Ευρώπη διέθετε ιστορικά τεχνολογικό πλεονέκτημα – είτε για την τεχνολογία ευρύτερα.
Σε κάθε έναν από αυτούς τους τομείς πρέπει να επιδείξουμε γρήγορα πρόοδο, προκειμένου να απελευθερώσουμε το πολύ σημαντικό αναπτυξιακό δυναμικό μας.

Και θεωρώ ότι, εάν καταφέρουμε να το πετύχουμε, ο αντίκτυπος θα είναι σημαντικός τόσο για τις χώρες μας, για τη Γερμανία και για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρώπη συνολικά.

Η ατζέντα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και τα τρισεκατομμύρια αδρανή ευρώ αποταμιεύσεων

Thu Nguyen: Θα ήθελα να μείνουμε για λίγο στο θέμα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Την περασμένη εβδομάδα, επίσης ημέρα Τρίτη, είχαμε μαζί μας τον Frank Elderson από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο οποίος υπολόγισε το ετήσιο επενδυτικό κενό που καλείται να καλύψει η Ευρώπη, για τη χρηματοδότηση των αναγκών, από την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση έως την άμυνα, σε 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως.

Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο ποσό. Οι δημόσιοι πόροι θα καλύψουν ένα μέρος του, αλλά το μεγαλύτερο μέρος θα πρέπει να προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα. Και εσείς έχετε πει ότι η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποτελεί έναν από τους βασικούς τομείς στους οποίους πρέπει να προχωρήσουμε.

Πόσο αισιόδοξος είστε ότι η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει το πολύ μεγάλο απόθεμα ιδιωτικών αποταμιεύσεών της σε παραγωγικές επενδύσεις;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Είμαι, στην πραγματικότητα, αρκετά αισιόδοξος, διότι, όπως ανέφερα, βλέπουμε πρόοδο στο πακέτο για την ενοποίηση και την εποπτεία των αγορών. Θεωρώ ότι η ιρλανδική Προεδρία κάνει πολύ καλή δουλειά, επιτρέποντάς μας να κινηθούμε ταχύτερα. Πρόοδος έχει σημειωθεί και σε άλλα στοιχεία της ατζέντας της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, όπως το πακέτο για τις συμπληρωματικές συντάξεις και οι πρωτοβουλίες και το πλαίσιο για τις τιτλοποιήσεις.
Συνολικά, λοιπόν, υπάρχει κινητικότητα προς αυτή την κατεύθυνση.

Το ερώτημα τώρα για εμάς, ως υπευθύνους χάραξης πολιτικής, είναι να μπορέσουμε να εξηγήσουμε με απλά λόγια γιατί όλα αυτά έχουν σημασία για τους πολίτες. Και αυτό έχει πολλές διαστάσεις και αγγίζει πολλά διαφορετικά πεδία πολιτικής.
Αναφερθήκατε προηγουμένως στην ανάγκη να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις μεγαλύτερη κλίμακα στην Ευρώπη. Βρισκόμαστε στο Βερολίνο. Το Βερολίνο διαθέτει ένα πολύ ενδιαφέρον οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων.

Για μια νεοφυή επιχείρηση, όμως, είναι πολύ πιο δύσκολο να αναπτυχθεί στην Ευρώπη απ’ ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γνωρίζετε και από την εμπειρία σας. Πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις, για παράδειγμα από τη χώρα μου, καταλήγουν κάποια στιγμή να συστήνονται ως εταιρείες στο Delaware, προκειμένου να αντλήσουν χρηματοδότηση από αμερικανικά venture capital funds.
Σε κάποια φάση μπορεί επίσης να χρειαστούν ενδιάμεση χρηματοδότηση -mezzanine financing- από αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες.

Δεν λέω, βεβαίως, ότι αυτό είναι κάτι κακό. Είναι θετικό να υπάρχει αυτή η δυνατότητα, αλλά δεν θα πρέπει να αποτελεί αναγκαιότητα.
Θα πρέπει να αποτελεί επιλογή. Και μια επιχείρηση θα πρέπει να μπορεί να αναπτυχθεί και να αποκτήσει κλίμακα στην Ευρώπη, εφόσον το επιθυμεί.
Αυτό ακριβώς περιλαμβάνει ένα μέρος της ατζέντας και των πολιτικών της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Αλλά, φυσικά, δεν είναι μόνο αυτό.

Το βασικό ζήτημα, θα έλεγα, είναι ακριβώς αυτό που αναφέρατε προηγουμένως: το γεγονός ότι διαθέτουμε σημαντικές αποταμιεύσεις στην Ευρώπη, οι οποίες δεν μετατρέπονται σε επενδύσεις.
Μιλάμε για τρισεκατομμύρια ευρώ αποταμιεύσεων που ουσιαστικά παραμένουν αδρανή σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρώπης.

Ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με τη γενικότερη διάθεσή μας για ανάληψη κινδύνου, η οποία πρέπει να αλλάξει.
Ένα άλλο μέρος έχει να κάνει, για να το πω πολύ απλά, με τα λεγόμενα «υδραυλικά» της ευρωπαϊκής οικονομίας: με τον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του συστήματος και με το πώς πρέπει να αρθούν τα εμπόδια που ανέφερα προηγουμένως, ώστε αυτές οι αποταμιεύσεις να μπορούν να διοχετεύονται σε επενδύσεις.

Παράλληλα με τις μεταρρυθμίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε κράτος-μέλος πρέπει να προχωρήσει και το ίδιο.
Όλοι χρειαζόμαστε μια αντίστοιχη μεταρρύθμιση σε εθνικό επίπεδο.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, για παράδειγμα, ανακοινώσαμε στην Ελλάδα ένα πρόγραμμα για τα νεογέννητα και τις οικογένειες. Για κάθε παιδί που γεννιέται, προβλέπεται ότι για τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής του και για ποσό έως 1.200 ευρώ ετησίως, το κράτος θα συνεισφέρει αντίστοιχο ποσό με εκείνο που επενδύει η οικογένεια στον σχετικό λογαριασμό.
Υπάρχει, επομένως, μια διάσταση αποταμίευσης. Ταυτόχρονα, όμως, θα υπάρχει και μια επενδυτική διάσταση.
Η οικογένεια θα μπορεί να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών επενδυτικών προφίλ, από χαμηλότερου έως υψηλότερου κινδύνου, στα οποία θα μπορεί να επενδύει τα συγκεκριμένα ποσά, με το κράτος να συνεισφέρει αντίστοιχα με την επένδυση της οικογένειας.
Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για μια πρωτοβουλία αμιγώς στο πνεύμα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Φυσικά, δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη απάντηση σε όσα πρέπει να επιτύχουμε, αλλά θεωρώ ότι εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλούς από τους στόχους μας.

Πρέπει να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι.
Αναφερθήκατε επίσης στις κεφαλαιαγορές. Οι τράπεζες αποτελούν εξίσου βασικό μέρος αυτής της συζήτησης.
Σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές τράπεζες, υπάρχουν αρκετά ζητήματα στα οποία θεωρώ ότι πρέπει να εστιάσουμε. Θα ξεχώριζα δύο.
Το πρώτο είναι η ενοποίηση του τραπεζικού τομέα. Σε γενικές γραμμές, η ενοποίηση στην Ευρώπη έχει υποχωρήσει μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, ενώ αυτό που χρειαζόμαστε είναι ακριβώς το αντίθετο.

Το δεύτερο αφορά τις τεχνολογικές επενδύσεις των τραπεζών. Εάν συγκρίνουμε τις επενδύσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών στην τεχνολογία με εκείνες των αμερικανικών ή των κινεζικών τραπεζών, είναι χαμηλότερες.
Τι θα πρέπει, λοιπόν, να προσπαθούμε να επιτύχουμε; Ποιο είναι το αποτέλεσμα από το οποίο θα πρέπει να ξεκινήσουμε και, στη συνέχεια, να σχεδιάσουμε αντίστροφα τις πολιτικές μας;

Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη, οι οποίες θα μπορούν να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες, να χορηγούν περισσότερη χρηματοδότηση στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και να παρέχουν υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Αυτό επηρεάζει τον ρυθμό ανάπτυξης.
Εάν έχεις μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη τράπεζα, η οποία μπορεί να ανταγωνιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο και να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες τεχνολογικές επενδύσεις, τότε αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο οποιασδήποτε αναπτυξιακής στρατηγικής στην Ευρώπη.

Και μπορεί να διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο όχι μόνο στη μακροοικονομία και στους διάφορους μακροοικονομικούς δείκτες που εμείς, ως υπουργοί Οικονομικών ή οικονομολόγοι, παρακολουθούμε καθημερινά, αλλά και στην πρακτική καθημερινότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, σε μακροοικονομικό επίπεδο, μεταφράζονται σε πολύ απτά αποτελέσματα όσον αφορά την ανεργία, το κόστος ζωής και την ανάπτυξη.
Και είναι εξαιρετικά σημαντικό να μπορέσουμε να τις υλοποιήσουμε όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός
Thu Nguyen: Και ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει σε αυτό ο προϋπολογισμός της ΕΕ;
Αν περάσουμε, λοιπόν, στην πλευρά των δημόσιων πόρων, βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή εν μέσω των διαπραγματεύσεων για το επόμενο επταετές Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται -ή, τουλάχιστον, θα πρέπει- να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του επόμενου έτους.

Σε συνέδριο για τον προϋπολογισμό τον περασμένο Ιούλιο, είχατε υποστηρίξει ότι η συζήτηση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) θα πρέπει να μετατοπιστεί από το πώς δαπανούμε τα χρήματα στο πώς δημιουργούμε νέους ευρωπαϊκούς πόρους, ώστε να διευρύνουμε την παραγωγική ικανότητα της Ευρώπης.

Με βάση, λοιπόν, τις διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη, πώς θα μπορούσε αυτό να γίνει στην πράξη; Τι θα χρειαζόταν να κάνουμε για να το πετύχουμε;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Προφανώς, χρειαζόμαστε έναν προϋπολογισμό που να είναι ανάλογος της παγκόσμιας φιλοδοξίας μας. Και η Ευρώπη πρέπει να γίνει πιο φιλόδοξη.
Σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Το ερώτημα είναι πώς θα είμαστε, εντός εισαγωγικών, «χειρουργικοί» σε κάθε κίνηση που κάνουμε.
Πριν, λοιπόν, περάσουμε στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, επιτρέψτε μου να κάνω έναν παραλληλισμό με το RRF, το Ταμείο Ανάκαμψης μετά την COVID-19 που δημιούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο για τις χώρες που κατάφεραν να ανακάμψουν ταχύτερα μετά την κρίση της COVID-19.

Ποια ήταν η διαφορά μεταξύ των πόρων του RRF και των παραδοσιακών ταμείων ανάκαμψης; Η δομή.
Έπρεπε να αντιστοιχίσουμε κάθε ευρώ με μια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, με έναν συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό στόχο.
Έπρεπε, επομένως, να σχεδιάσουμε αντίστροφα ένα αποτέλεσμα το οποίο θα είχε πολύ υψηλότερο πολλαπλασιαστή, οικονομικό πολλαπλασιαστή αλλά και πολλαπλασιαστή σε επίπεδο πολιτικής, στην οικονομία μας.
Η αλλαγή στη δομή, για τον ίδιο προϋπολογισμό, διαδραμάτισε, κατά τη γνώμη μου, τεράστιο ρόλο στο να μπορέσουν χώρες όπως η δική μου να σκεφτούν πιο στρατηγικά σχετικά με το πώς δαπανούν αυτά τα ποσά, πώς ασκούν στοχευμένη δημοσιονομική πολιτική σε σχέση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τους πόρους ανάκαμψης που διατέθηκαν μετά την COVID-19.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η ίδια νοοτροπία πρέπει να επιστρέψει -και θα επιστρέψει- στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Πρέπει να σκεφτούμε πολύ διεξοδικά και πολύ βαθιά τι προσπαθούμε να επιτύχουμε, τόσο συλλογικά όσο και σε επίπεδο κάθε κράτους-μέλους, και να κατευθύνουμε τη χρηματοδότηση εκεί όπου θα έχει τη μεγαλύτερη, τη μέγιστη δυνατή επίδραση.
Αυτό ήταν το πρώτο σημείο.

Το δεύτερο σημείο αφορά αυτή τη διαπραγμάτευση. Τώρα, βεβαίως, δεν μιλώ με το «καπέλο» του Προέδρου του Eurogroup, διότι η διαπραγμάτευση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο δεν αποτελεί μέρος των συζητήσεων του Eurogroup.
Δεν αποτελεί καν μέρος του ECOFIN. Αποτελεί μέρος άλλων συνθέσεων, συζητήσεων και διαπραγματεύσεων.
Θα επαναλάβω, όμως, αυτό που ανέφερα στο συγκεκριμένο συνέδριο, όπου είχα την ευκαιρία να μιλήσω για τον προϋπολογισμό στις Βρυξέλλες.

Όταν κάνουμε αυτή τη συζήτηση, και με τον τρόπο που αυτή παρουσιάζεται στον Τύπο, συνήθως γίνεται αντιληπτή ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: ως μια διαπραγμάτευση στην οποία υπάρχουν χώρες που προσπαθούν να αυξήσουν το ύψος του προϋπολογισμού και χώρες που προσπαθούν να μειώσουν το ύψος του.
Η κυπριακή Προεδρία, στο Negotiating Box, προχώρησε σε μείωση κατά 2% στην πρότασή της για τον συνολικό προϋπολογισμό, και με αυτόν τον τρόπο δομείται και αποτυπώνεται η συζήτηση.

Έχω μια φιλοσοφική προδιάθεση να προσπαθώ να σκέφτομαι λύσεις. Νομίζω ότι απέναντι σε τέτοιου είδους προβλήματα με χαρακτηρίζει περισσότερο μια νοοτροπία μηχανικού.
Θα πρέπει να προσπαθούμε να σκεφτόμαστε με όρους θετικού αθροίσματος.
Θα πρέπει να προσπαθούμε να επιτυγχάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα όταν εφαρμόζουμε πολιτικές.
Τηλεπικοινωνίες, για παράδειγμα.

Ανέφερα προηγουμένως ότι η πολιτική τηλεπικοινωνιών είναι ένας τομέας στον οποίο εξακολουθούμε να βλέπουμε πολύ υψηλά επίπεδα κατακερματισμού.
Βρισκόμαστε στη Γερμανία, οπότε ο ευρωπαϊκός πρωταθλητής είναι η T-Mobile. Νομίζω ότι έχει μετονομαστεί σε T. Έχουν έναν από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους στη Γερμανία, το ίδιο και στην Ελλάδα.
Απέκτησαν τον εθνικό τηλεπικοινωνιακό πάροχο.
Έτσι, ο CEO της Deutsche Telekom, όταν βρίσκεται στην Ευρώπη, αλληλεπιδρά με έως και 27 εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών -δεν έχουν παρουσία σε όλες τις αγορές. Στην Αμερική, όπου έχουν την T-Mobile, αλληλεπιδρά με μία.
Όταν πραγματοποιήθηκε η μετάβαση στο 5G, η Αμερική είχε μία δημοπρασία φάσματος. Η Ευρώπη είχε 27 δημοπρασίες φάσματος για τις τρεις ζώνες του 5G.

Στις τρεις ζώνες φάσματος του 5G δημοπρατήσαμε τμήματα των ζωνών συχνοτήτων.
Είναι τα 700 megahertz για το 5G, τα 3,5 gigahertz και τα 26 gigahertz.
Κάθε χώρα ενήργησε μόνη της.
Τώρα, γιατί έχει ενδιαφέρον αυτό;
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον διότι, σε αντίθεση με άλλες συζητήσεις γύρω από την τεχνολογία -την Τεχνητή Νοημοσύνη, για παράδειγμα, όπου βλέπουμε πιο έντονα το τεχνολογικό πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Κίνας- στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές το πλεονέκτημα το είχαμε εμείς.
Είχαμε δύο, και εξακολουθούμε να έχουμε δύο, ευρωπαϊκές εταιρείες, την Ericsson και τη Nokia, οι οποίες ήταν οι βασικοί ανταγωνιστές της Huawei στις υποδομές 5G.

Και τελικά, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, μια πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης κατά την πρώτη κυβέρνηση Trump, η οποία στόχευε τον μη ευρωπαϊκό και μη αμερικανικό εξοπλισμό όσον αφορά τα δίκτυα 5G, βοήθησε εμμέσως δύο ευρωπαϊκές εταιρείες.
Το καταλάβαμε αυτό; Το αντιληφθήκαμε και επανασχεδιάσαμε την πολιτική μας εξαιτίας αυτού και με βάση αυτό; Όχι.
Ποια είναι, λοιπόν, η εναλλακτική;
Η εναλλακτική είναι η εξής: γιατί να έχουμε 27 διαφορετικές δημοπρασίες με διαφορετικούς κανόνες;
Και δεν λέω απαραίτητα ότι πρέπει να έχουμε μία. Αλλά μπορούμε να συγχρονίσουμε τις δημοπρασίες μας, την ίδια ημέρα, με το ίδιο σύνολο κανόνων, λειτουργώντας έτσι ως μία ενιαία οντότητα.

Αυτό δημιουργεί προβλεψιμότητα για τους παρόχους υποδομών μας, οι οποίοι είναι οι δικοί μας πρωταθλητές. Επομένως, το σύνολο των κανόνων πρέπει επίσης να είναι σχεδιασμένο με τρόπο που να μην αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση των εσόδων.
Δεν προσπαθούμε να αποσπάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από την αγορά.
Προσπαθούμε να αναπτύξουμε την τεχνολογία.
Η Κίνα δεν έκανε καν δημοπρασία. Προχώρησε σε διοικητική κατανομή του φάσματος.
Σας δίνω όλες αυτές τις λεπτομέρειες επειδή, κατά τη γνώμη μου, η εναλλακτική που πρέπει να εξετάσουμε εδώ είναι η εξής: Έχουμε μπροστά μας το 6G. Το προηγούμενο, το 5G το έχουμε ολοκληρώσει.
Και έχουμε μπροστά μας το διαστημικό φάσμα, το οποίο εξ ορισμού είναι ευρωπαϊκό.
Γιατί να μην τα δημοπρατήσουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε ευρωπαϊκή κλίμακα και, με αυτόν τον τρόπο, να μην επαναλάβουμε ξανά το ίδιο λάθος;

Το δικό μου επιχείρημα θα ήταν: ας χρησιμοποιήσουμε ένα μέρος αυτών των εσόδων για το ΠΔΠ (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο) . Αλλά ένα μέρος, όχι το σύνολό τους.
Αυτό που θεωρώ ότι θα ήταν πιο συνετό είναι κάτι που δοκιμάσαμε στην Ελλάδα. Προφανώς, σε πολύ μικρή κλίμακα, επειδή είμαστε μια μεσαίου μεγέθους χώρα της ΕΕ.
Πήραμε το 25% των εσόδων από τη δημοπρασία μας και δημιουργήσαμε ένα ταμείο.
Και αυτό το ταμείο επένδυσε στη συνέχεια στο οικοσύστημα του 5G, επειδή καταλάβαμε ότι οι εφαρμογές σε αυτόν τον τομέα θα δημιουργούσαν ανάπτυξη.

Τώρα, φανταστείτε ότι παίρνουμε τα έσοδα από μια πανευρωπαϊκού τύπου δημοπρασία.
Ένα μέρος τους πηγαίνει στο ΠΔΠ.
Ένα μέρος τους πηγαίνει στην EIB, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Και στη συνέχεια μοχλεύεται – επί έξι, επί οκτώ.
Καταλήγεις έτσι με ένα μεγαλύτερο ποσό σε σύγκριση με αυτό που είχες προηγουμένως, μέσω της μόχλευσης.
Άρα, καταλήγεις να μεγαλώνεις την πίτα, αντί να σκέφτεσαι με όρους μιας πίτας σταθερού μεγέθους.

Έτσι, από μια λογική μηδενικού αθροίσματος περνάμε σε μια λογική θετικού αθροίσματος. Έχεις έσοδα για το ΠΔΠ.
Δημιουργείς έναν στρατηγικό θεσμικό σχεδιασμό σε έναν τομέα στον οποίο διαθέτεις το τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Και ενεργείς γρήγορα και συνετά σε έναν τομέα στον οποίο μπορείς να επιτύχεις πολύ περισσότερα, πολύ πιο γρήγορα, μέσω της καινοτομίας που θα προκύψει χάρη στις επενδύσεις της EIB.

Επομένως, όλο αυτό επιτυγχάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Κατά τη γνώμη μου, είναι αυτονόητο.
Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι χώρες θα χάσουν τα έσοδά τους από τις δημοπρασίες, στην ΕΕ έχουμε νέους δημοσιονομικούς κανόνες.

Και παρότι αυτά τα έσοδα αποτελούν μέρος του προϋπολογισμού μας, δεν αποτελούν μέρος αυτού που αποκαλούμε Discretionary Revenue Measures ή DRMs, δηλαδή της χρηματοδότησης που μπορούμε, ως χώρες, να δαπανούμε σε ετήσια βάση.
Επομένως, εγώ ως Υπουργός Οικονομικών στην Ελλάδα, εάν πραγματοποιήσουμε αυτή τη δημοπρασία σε εθνικό επίπεδο, δεν μπορώ να δαπανήσω αυτά τα χρήματα σε ετήσια βάση.

Θα εμφανίζονται στον προϋπολογισμό, θα αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό, αλλά δεν θα αποτυπώνονται στην πορεία των καθαρών δαπανών που έχει συμφωνηθεί με τις Βρυξέλλες.

Άρα, η δομή των κινήτρων έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν. Και γι’ αυτό το καταθέτω ως πρόταση.
Είναι σχεδόν αυτονόητο. Νομίζω ότι αυτό θα πρέπει να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής τεχνολογικής πολιτικής.
Γι’ αυτό και οι υπουργοί Οικονομικών πρέπει να διευρύνουν το φάσμα των θεμάτων που συζητούν.
Διότι, εξ ορισμού, ό,τι κάνουμε στο cloud, ό,τι κάνουμε στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, οι επενδυτικές αποφάσεις που λαμβάνουμε, ό,τι κάνουμε στην ενέργεια, επηρεάζουν τους προϋπολογισμούς μας, επηρεάζουν τις κοινωνίες μας, επηρεάζουν εμάς.

Στοχευμένες δημοσιονομικές πολιτικές – Μεταρρυθμίσεις- Αναπτυξιακή στρατηγική
Thu Nguyen: … τόσες πολλές χώρες στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, οι χώρες αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες ανάγκες δαπανών, αλλά και πολιτικούς περιορισμούς όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Πόσο σας ανησυχεί ο κίνδυνος να επιστρέψει το ζήτημα του κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη; Και είναι οι θεσμοί που δημιουργήσαμε μετά την κρίση του ευρώ αρκετά ισχυροί, εάν οι αγορές αρχίσουν να αμφισβητούν τη δημοσιονομική πορεία ενός μεγάλου κράτους-μέλους, ας πούμε της Γαλλίας;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Θα έλεγα ότι ανησυχώ, αλλά δεν ανησυχώ σε βαθμό συναγερμού.
Θα προσέθετα ότι η Ευρώπη δημιούργησε και ανέπτυξε τις δυνατότητες ενός ολόκληρου φάσματος θεσμών μετά την κρίση κρατικού χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.
Και αυτό το λέω ως Έλληνας Υπουργός Οικονομικών. Επομένως, δεδομένης της εμπειρίας που είχαμε και την οποία βιώσαμε στη χώρα μου με πολύ σκληρό και επώδυνο τρόπο – ολόκληρος ο πληθυσμός εξοικειώθηκε με όρους όπως τα spreads των ομολόγων.
Συνολικά, λοιπόν, θα έλεγα ότι οι θεσμοί που καταφέραμε να δημιουργήσουμε μετά την κρίση χρέους υπάρχουν, αλλά αποτελούν ένα δίχτυ ασφαλείας. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις εθνικές στρατηγικές.
Χρειαζόμαστε, εξ ορισμού, δημοσιονομική προσαρμογή και δημοσιονομικές πολιτικές.

Θα προσέθετα ότι χρειαζόμαστε επίσης στοχευμένες δημοσιονομικές πολιτικές. Πρέπει να διασφαλίζουμε ότι κάθε ευρώ πιάνει τόπο, είτε πρόκειται για ευρωπαϊκούς πόρους είτε για εθνικούς πόρους, και ακόμη περισσότερο, πρωτίστως, για τους εθνικούς πόρους. Πρέπει να διασφαλίζουμε ότι κάθε ευρώ πιάνει τόπο.
Υπάρχουν, λοιπόν, τομείς στους οποίους, εάν κάνουμε περισσότερα πράγματα συλλογικά, έχουμε να κερδίσουμε. Για παράδειγμα, πρόκειται να συζητήσουμε για την άμυνα στο Eurogroup.

Γιατί πρόκειται να τη συζητήσουμε ως υπουργοί Οικονομικών; Επειδή έχει μια πολύ ισχυρή δημοσιονομική και οικονομική διάσταση. Οι κοινές προμήθειες στον τομέα της άμυνας μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικά ευρύτερα οφέλη και εξοικονομήσεις. Επομένως, πρέπει να αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε αυτό.
Φυσικά, έχουμε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, όταν συγκεντρώνεις πόρους στον τομέα της άμυνας, πρέπει επίσης να συνενώνεις τις ανησυχίες σου σε θέματα άμυνας.

Όλα αυτά, λοιπόν, πηγαίνουν μαζί. Αλλά, προφανώς, αυτός είναι ένας δεύτερος τομέας στον οποίο πρέπει να εστιάσουμε.
Η ανάπτυξη, φυσικά, είναι ένας ακόμη τομέας, διότι δεν μπορούμε να κάνουμε μόνο δημοσιονομική προσαρμογή.
Πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε – και πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά – την αναπτυξιακή μας στρατηγική και το πώς θα επιτύχουμε καλύτερα αποτελέσματα.

Και μέρος αυτού είναι ευρωπαϊκό. Είναι όλες οι μεταρρυθμίσεις που αναφέραμε προηγουμένως.
Αλλά συνολικά, όσον αφορά την ευρύτερη κατάσταση και το ευρύτερο πλαίσιο, θα έλεγα ότι πρόκειται για κάτι εξωγενές ως προς την Ευρώπη. Προφανώς, αυτό που βλέπουμε στις αγορές είναι συνάρτηση όσων συμβαίνουν στα Στενά του Ορμούζ.
Υπάρχει αύξηση του πληθωρισμού, αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών.
Υπάρχει το γεγονός ότι οι χώρες βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση σε σύγκριση με μια περίοδο ασφάλειας.
Και υπάρχει αύξηση της ζήτησης ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις στην Tεχνητή Nοημοσύνη. Όλα αυτά, συλλογικά, επηρεάζουν τις αποδόσεις.

Οι ευρωπαϊκές αγορές, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να έχουν καλές επιδόσεις. Πρώτον, η Ευρώπη δεν επηρεάζεται στον ίδιο βαθμό από αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή συνολικά. Και δεύτερον, οι ευρωπαϊκές αγορές έχουν καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με μη ευρωπαϊκούς παίκτες σε μεγάλη κλίμακα.
Επομένως, ανησυχούμε. Παρακολουθούμε στενά την κατάσταση. Αλλά δεν βρισκόμαστε σε συναγερμό.

Το να έχεις υγιή δημοσιονομική θέση δεν είναι κάτι ξεχωριστό από το να έχεις αναπτυξιακή στρατηγική.

Thu Nguyen: Φυσικά, λοιπόν, δεν βρίσκεστε σε συναγερμό. Αλλά, χωρίς να προκαλέσουμε με τη συζήτησή μας την επόμενη κρίση, εάν κοιτάζατε την κατάσταση, από πού θα μπορούσε να προέλθει η επόμενη κρίση;
Θα μπορούσε να είναι το σκάσιμο μιας φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ; Θα μπορούσε να προέλθει από το εσωτερικό των ίδιων των κρατών-μελών;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι σε θέση να περιγράψουν την επόμενη κρίση, θα πρέπει να την προλάβουν και όχι να μιλούν γι’ αυτήν.
Το να μιλάς γι’ αυτήν, κατά κάποιον τρόπο, τη διογκώνει ή τη δημιουργεί.
Επομένως, δεν θα επιχειρούσα να κάνω κάτι τέτοιο.

Αυτό που θα σας έλεγα, σε γενικές γραμμές, είναι ότι η βασική στρατηγική για την Ευρώπη είναι να είναι ανθεκτική και ανταγωνιστική. Και τα δύο ταυτόχρονα. Δεν είναι διαφορετικές στρατηγικές. Είναι μία στρατηγική.
Και γι’ αυτό πρέπει να εστιάσουμε σε πολλά πράγματα. Η δουλειά των υπευθύνων χάραξης πολιτικής ή των επιχειρηματικών ηγετών έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Και, ναι, πρέπει να θέτουμε προτεραιότητες στη ζωή. Αλλά αυτή τη στιγμή έχουμε μπροστά μας τέσσερα ή πέντε πολύ μεγάλα χαρτοφυλάκια στα οποία πρέπει γρήγορα να φέρουμε αποτελέσματα. Και δεν είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
Το να έχεις υγιή δημοσιονομική θέση δεν είναι κάτι ξεχωριστό από το να έχεις αναπτυξιακή στρατηγική. Μιλώντας τώρα με το εθνικό μου «καπέλο», προέρχομαι από μια χώρα που το έμαθε αυτό με τον δύσκολο τρόπο.
Αυτή τη στιγμή έχουμε το ταχύτερα αποκλιμακούμενο χρέος στον κόσμο.

Έχουμε πλεονάσματα στον προϋπολογισμό και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, διπλάσιους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τώρα, για να το πω με όρους Churchill, το κάναμε αυτό αφού πρώτα είχαμε αποκλείσει όλες τις άλλες επιλογές.
Αλλά, μετά από μια χαμένη δεκαετία, το κάνουμε. Και λειτουργεί.

Μπορείς να απελευθερώσεις αναπτυξιακές δυνατότητες σε εθνικό επίπεδο. Μπορείς να απελευθερώσεις αναπτυξιακές δυνατότητες και σε ευρωπαϊκή κλίμακα, μέρος της στρατηγικής για χώρες κάθε μεγέθους στην Ευρώπη είναι ευρωπαϊκό.
Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές. Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία, διότι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός γίνεται εντονότερος. Και ασφαλώς χρειαζόμαστε περισσότερη ενοποίηση.

Η Ελλάδα έχει κερδίσει πολλά από αυτό. Νομίζω ότι και η Γερμανία έχει κερδίσει πολλά από αυτό.
Όσο περισσότερο καταφέρνουμε να αναπτύσσουμε καινοτόμες επιχειρήσεις στην Ευρώπη, όσο περισσότερο αυτές οι επιχειρήσεις θα μπορούν να ανταγωνίζονται στο πλαίσιο μιας πολύ σαφώς καθορισμένης τεχνολογικής στρατηγικής, τόσο καλύτερο θα είναι αυτό για κάθε ευρωπαϊκή χώρα.

Ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ έως το 2029
Thu Nguyen: Πέρυσι, λοιπόν, η Christine Lagarde ήταν εδώ μαζί μας στο Jacques Delors Centre και περιέγραψε με μεγάλη σαφήνεια τον κίνδυνο που βλέπουμε σήμερα από τη διάβρωση της πολυμερούς τάξης και τον κίνδυνο που αυτή συνεπάγεται για την Ευρώπη.

Αλλά είδε επίσης μια ευκαιρία και είπε ότι, με τη σωστή στρατηγική, το ευρώ θα μπορούσε να ενισχύσει τον ρόλο του ως διεθνές νόμισμα, μειώνοντας το κόστος δανεισμού και περιορίζοντας τους κραδασμούς από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, στην οποία αναφερθήκατε.
Αυτό ήταν πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Σήμερα, λοιπόν, πού βρισκόμαστε, κατά τη γνώμη σας, όσον αφορά το ευρώ, τον διεθνή ρόλο του ευρώ;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Λοιπόν, μέρος της στρατηγικής είναι επίσης η πολύ ισχυρή ψηφιακή διάσταση, της οποίας η Christine Lagarde ηγείται μέσω του μετασχηματισμού προς το ψηφιακό ευρώ. Τα πράγματα προχωρούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Το χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί προβλέπει την ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ έως το 2029. Θεωρώ ότι αυτό είναι αρκετά σημαντικό και ιδιαίτερα επίκαιρο, διότι, εάν κάνουμε μια σύγκριση, θα έλεγα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προφανώς το ευρώ είναι το δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα στον κόσμο.
Αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατηγική της κυβέρνησης, η στρατηγική της διοίκησης, ήταν να μην προχωρήσει σε ένα ψηφιακό δολάριο.

Αποφάσισαν να απελευθερώσουν την ιδιωτική καινοτομία γύρω από το δολάριο, την ιδιωτική τεχνολογική καινοτομία γύρω από το δολάριο. Στη δική μας περίπτωση, προσπαθούμε να κάνουμε και τα δύο.
Έχουμε τον κανονισμό MiCA, ο οποίος μας επιτρέπει να ρυθμίζουμε τους τεχνολογικούς παίκτες στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αλλά το βασικό στοιχείο και το βασικό σημείο διαφοροποίησης θα είναι η ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ.
Θεωρώ ότι αυτή η στρατηγική έχει τη δυνατότητα να αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντική και να έχει πολύ σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας και του διεθνούς ρόλου του ευρώ.

«Αν υπάρχει μία πηγή έμπνευσης που μπορεί να αντλήσει κανείς από την Ελλάδα, είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν»

Thu Nguyen: Και ίσως μία τελευταία ερώτηση από την πλευρά μου, διότι, φυσικά, δεν μπορούμε να έχουμε εδώ μαζί μας έναν Έλληνα Πρόεδρο του Eurogroup και να μη μιλήσουμε για το ελληνικό success story.
Μέσα σε δέκα χρόνια, η χώρα σας πέρασε από το χείλος της εξόδου από την Ευρωζώνη στο να είναι σήμερα μια επιτυχημένη ευρωπαϊκή χώρα όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Και βρίσκεστε στο Βερολίνο, όπου οι προοπτικές είναι κάπως πιο δυσοίωνες αυτή την περίοδο. Ποιο είναι το μήνυμά σας;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Χαίρομαι πολύ που μου κάνετε την ερώτηση διατυπώνοντάς την ως «ποιο είναι το μήνυμά σας;», διότι κάθε φορά που ακούω τη λέξη «μαθήματα», πρέπει να πω ότι έχω μια πολύ αρνητική προδιάθεση.
Δεν νομίζω ότι κανένας από εμάς βρίσκεται σε θέση να διδάξει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε. Πρέπει να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον μέσα από την έμπνευση, όχι μέσα από τη διδασκαλία.
Και πολλές χώρες, κατά τη διάρκεια της δικής μας δύσκολης πορείας, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης όταν προσπαθούσαμε να ξεπεράσουμε την υπαρξιακή κρίση που βιώσαμε.

Η Γερμανία είναι η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης. Θεωρώ ότι η Ευρώπη χρειάζεται τη Γερμανία και η Γερμανία χρειάζεται την Ευρώπη.
Και υπάρχει ένα πολύ σημαντικό μεταρρυθμιστικό δυναμικό, το οποίο η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να αξιοποιήσει. Θεωρώ ότι πρέπει να το προχωρήσει.
Εμείς θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, ως ευρωπαϊκοί θεσμικοί παράγοντες, για να το διευκολύνουμε και να το αξιοποιήσουμε περαιτέρω.
Θα προσέθετα επίσης ότι, εάν υπάρχει μία πηγή έμπνευσης που μπορεί να αντλήσει κανείς από την Ελλάδα, είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν.

Βρισκόμαστε πολύ κοντά στο να έχουμε το χαμηλότερο επίπεδο ανεργίας στην ελληνική ιστορία. Όσον αφορά το χρέος μας, πολύ σύντομα, μέσα στη φετινή χρονιά, δεν θα είμαστε πλέον η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρώπη -κάτι που γνωρίζω ότι για τη Γερμανία δεν θα θεωρούνταν επιτυχία, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου χρέους της σε σύγκριση με άλλες χώρες. Αλλά εμείς ξεκινήσαμε από διαφορετική αφετηρία.

Το χρέος έφτασε σχεδόν στο 210% του ΑΕΠ μετά την COVID. Σκεφτείτε αυτόν τον αριθμό. Και η πρόβλεψη για φέτος βρίσκεται περίπου στο 138%. Η πρόβλεψη για το 2029 είναι κάτω από το 120%. Επομένως, πρόκειται για την ταχύτερη μείωση στην ιστορία.
Και αυτή η ταχύτερη μείωση στην ιστορία πραγματοποιείται με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πραγματοποιείται με δημοσιονομικά πλεονάσματα και πραγματοποιείται με ιστορικά χαμηλή ανεργία.
Τώρα, δεν θα έλεγα ποτέ ότι η Ελλάδα δεν έχει άλλα προβλήματα ή ότι έχουμε λύσει όλα μας τα προβλήματα. Αντιμετωπίζουμε προκλήσεις όσον αφορά το κόστος ζωής.

Πρέπει να αυξήσουμε τους μέσους μισθούς μας. Γνωρίζουμε ότι πολλά νοικοκυριά βιώνουν κρίση στην καθημερινότητά τους. Επομένως, πρέπει να τα στηρίξουμε περαιτέρω, και προσπαθούμε να το κάνουμε.
Κάθε χώρα, λοιπόν, έχει πολλές προκλήσεις να αντιμετωπίσει.
Αλλά μπορούμε μόνο να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να καταφέρνουμε να υλοποιούμε μεταρρυθμίσεις, ακόμη και σε τομείς όπου αυτό θεωρείται δύσκολο.
Και πιστέψτε με, και πάλι, εμείς το μάθαμε αυτό με τον δύσκολο τρόπο.

Ορισμένες μεταρρυθμίσεις που συζητούσαμε στην Ελλάδα επί δεκαετίες, από τη δεκαετία του 1950, υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια με ταχύτητα, σε μεγάλη κλίμακα, και λειτουργούν.
Και όσο περισσότερο λειτουργούν, τόσο περισσότερο δημιουργούν έναν ενάρετο κύκλο. Μπορείς να πείσεις την κοινωνία γι’ αυτό. Απλώς πρέπει να παραμείνουμε σταθεροί στην πορεία μας.

Ακολουθούν ερωταπαντήσεις με το κοινό

Ερώτηση: Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι η ΕΕ εισάγει το 97% του αργού πετρελαίου της. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο εξηλεκτρισμός δεν μπορεί να δώσει λύση σε όλους τους τομείς, όπως οι αερομεταφορές και η ναυτιλία, οι οποίοι θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από το πετρέλαιο. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη στρατηγική για την ασφάλεια του πετρελαίου ούτε στις μεταρρυθμίσεις που προτείνει ο Draghi ούτε στους ενεργειακούς οδικούς χάρτες της Επιτροπής.
Ποια είναι, λοιπόν, η μακροπρόθεσμη στρατηγική της ΕΕ όσον αφορά το πετρέλαιο; Ευχαριστώ.

Κυριάκος Πιερρακάκης: Θα έλεγα ότι, ιστορικά, η μακροπρόθεσμη στρατηγική καθορίζεται επίσης από το εδώ και το τώρα. Και με αυτό εννοώ το εξής, πριν περάσω κατευθείαν στην απάντηση.
Η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 παρήγαγε αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα ήταν σημαντικά. Ένα μέρος αυτών των αποτελεσμάτων το είδαμε στη Γαλλία.

Η ανάπτυξη της πυρηνικής ισχύος στη Γαλλία, σε πολύ μεγάλο βαθμό, πραγματοποιήθηκε μετά τη δεκαετία του 1970.
Οι έρευνες για πετρέλαιο στη Βόρεια Θάλασσα, η δημιουργία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας και η αύξηση, εκείνη την εποχή, της διάθεσης για αξιοποίηση σοβιετικών ενεργειακών πηγών.
Αυτά τα τέσσερα πράγματα συνέβησαν μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970. Αποδείχθηκαν ότι είχαν διάρκεια. Ορισμένα από αυτά ήταν θετικά, ορισμένα δεν ήταν θετικά.
Τώρα, τι γνωρίζουμε;

Γνωρίζουμε ότι ορισμένες κινήσεις που κάναμε μετά το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μας επέτρεψαν να βιώσουμε σε μικρότερο βαθμό το κόστος και τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Το ΔΝΤ έχει κάνει έναν τέτοιου είδους υπολογισμό. Η διαφορά δεν είναι θεαματική, αλλά υπάρχει. Και αυτό οφείλεται σε όλες τις επενδύσεις που έχουμε πραγματοποιήσει στο εσωτερικό μας όσον αφορά την ενέργεια.

Ορισμένα πράγματα αποτελούν, από πλευράς πολιτικής, προφανείς και εύκολα αξιοποιήσιμες επιλογές. Πρέπει να επενδύσουμε στα δίκτυα, πρέπει να επενδύσουμε στην αποθήκευση και πρέπει να επενδύσουμε στις διασυνδέσεις.
Πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται συνολικά η τιμή της ενέργειας στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι πραγματοποιούνται ορισμένες διασυνδέσεις μεταξύ κρατών-μελών επηρεάζει αρνητικά την τιμή.
Επομένως, πρέπει να επανεξετάσουμε ορισμένα στοιχεία αυτής της εξίσωσης.

Αλλά, συνολικά, οι επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις είναι μια αυτονόητη επιλογή.
Πέρα από αυτό, στις τελευταίες συνεδριάσεις του Eurogroup είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για την ενεργειακή ασφάλεια.
Επομένως, σε σχέση με την ερώτησή σας για την ενεργειακή ασφάλεια στο πλαίσιο της ρήτρας διαφυγής για την άμυνα: τι είναι η ρήτρα διαφυγής, για όσους από εσάς δεν είστε εξοικειωμένοι με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ;
Είναι πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος, πέραν αυτού που έχεις συμφωνήσει με τις Βρυξέλλες ότι θα δαπανήσεις το επόμενο έτος και για ορισμένα ακόμη έτη.

Επομένως, η ρήτρα διαφυγής σού επιτρέπει να δαπανήσεις περισσότερα.
Γιατί το επιτρέψαμε αυτό; Το επιτρέψαμε επειδή η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία και ορισμένες χώρες δεν είχαν πραγματοποιήσει τις αναγκαίες επενδύσεις στην άμυνα.

Η Γερμανία έλαβε μια ιστορική απόφαση να αυξήσει τις επενδύσεις της στην άμυνα.
Αυτό, λοιπόν, επετράπη στο πλαίσιο των δημοσιονομικών κανόνων. Τι αποφασίστηκε, λοιπόν, πρόσφατα;
Να αυξηθούν οι επενδύσεις στην ενέργεια, οι επενδύσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, στο πλαίσιο της ρήτρας διαφυγής για την άμυνα.

Διότι, ειλικρινά, όπως αναφέρατε, ένα βασικό στοιχείο αυτής της εξίσωσης αφορά την ασφάλεια και την ίδια την έννοια της ασφάλειας.
Και, συνολικά, θεωρώ ότι η Κομισιόν κάνει πολύ καλή δουλειά όσον αφορά τον προσδιορισμό των αλυσίδων εφοδιασμού που σχετίζονται με την ενεργειακή ασφάλεια και το πώς μπορούμε να γίνουμε πιο ανθεκτικοί ως προς αυτές.
Θεωρώ ότι αυτός είναι ένας τομέας στον οποίο το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή διαχειριζόμαστε και βιώνουμε μια κρίση που εκτυλίσσεται μπροστά μας θα επηρεάσει προφανώς τους υπολογισμούς μας.
Απλώς επαναλαμβάνω αυτό που είπα στην αρχή: ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι όσα κάνουμε βραχυπρόθεσμα, ιδίως σε περιόδους κρίσης, τείνουν να αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα και να διαρκούν.

Πρέπει να πραγματοποιήσουμε περισσότερες επενδύσεις σε πράσινες τεχνολογίες

Ερώτηση: Καλημέρα. Θα ήθελα να κινηθώ προς μια παρόμοια κατεύθυνση.
Ουσιαστικά, όπως έχει δεσμευθεί η Ευρώπη στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα, θα πρέπει να ευθυγραμμίσουμε τις χρηματοδοτικές ροές με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Αυτή τη στιγμή μιλάμε πολύ για τη δημοσιονομική πολιτική. Δεδομένου, όμως, ότι ο δημοσιονομικός χώρος περιορίζεται, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες οικονομίες, ποιες είναι οι νομισματικές πολιτικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε ώστε να κατευθύνουμε τις χρηματοδοτικές ροές προς την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής;
Και εάν αυτό μπορούσε παράλληλα να κινητοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια και, μέσω αυτών, να ενισχύσει και την ενεργειακή ασφάλεια, πώς μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά στην επένδυση δημοσιονομικών πόρων, δεδομένου ότι αυτός ο δημοσιονομικός χώρος πλέον δεν υπάρχει;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Νομίζω ότι αυτό που προσπάθησα να περιγράψω προηγουμένως κινείται σε πολύ μεγάλο βαθμό προς αυτή την κατεύθυνση, υπό την έννοια ότι γνωρίζουμε πως οι επενδύσεις που πραγματοποιήσαμε, οι οποίες αφορούσαν κυρίως πράσινες τεχνολογίες, μας επέτρεψαν να βιώσουμε σε μικρότερο βαθμό τις επιπτώσεις της σημερινής κρίσης.
Γνωρίζουμε, επομένως, ότι πρέπει να πραγματοποιήσουμε περισσότερες τέτοιες επενδύσεις. Τώρα, δεν πρόκειται όλες αυτές οι επενδύσεις να πραγματοποιηθούν μέσω των εθνικών προϋπολογισμών ή των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών.
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), για παράδειγμα, έχει έναν πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει σε αυτή την εξίσωση.
Αλλά δεν βλέπω αυτές τις πολιτικές ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Τις βλέπω ως συμπληρωματικές μεταξύ τους.
Διότι όσο πιο ανθεκτικός είσαι, όσο μεγαλύτερη δυνατότητα έχεις να παράγεις ενέργεια εγχώρια με τα μέσα που αναφέρατε, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητά σου να παραμένεις ανθεκτικός και να αντέχεις πιέσεις οποιουδήποτε είδους, είτε αυτές προκύψουν είτε όχι.

Επομένως, αυτό αποτελεί μέρος της συνολικής στρατηγικής μας.
Και πάλι, είναι ασφαλώς κάτι που εξετάζουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη, τόσο οι υπουργοί Ενέργειας όσο και οι υπουργοί Οικονομικών.
Κάθε εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας θα πρέπει να αξιοποιείται με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Δεν θα μπορέσω να σχολιάσω τις ίδιες τις συγκεκριμένες πολιτικές στον τομέα της ενέργειας, διότι δεν εμπίπτουν στο χαρτοφυλάκιό μου.
Αλλά, συνολικά, ασφαλώς δημιουργούμε τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο μέσω της ρήτρας διαφυγής και άλλων μηχανισμών, έχοντας κατά νου αυτές τις επενδύσεις.

Ερώτηση: Καλημέρα.
Είμαι υποψήφιος διδάκτορας εδώ, στη Hertie School. Η Christine Lagarde έχει ήδη αναφερθεί στον ρόλο του Eurogroup. Θα μπορούσατε ίσως να μας πείτε κάτι περισσότερο σχετικά με τη διαδοχή στην προεδρία της ΕΚΤ, καθώς και για τα υπόλοιπα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Νομίζω ότι η Christine Lagarde έχει απαντήσει η ίδια σε αυτό πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσα να το κάνω εγώ.
Δεν υπάρχει κάτι νεότερο σε αυτό το μέτωπο.
Η θητεία της Προέδρου της ΕΚΤ ολοκληρώνεται εντός του ημερολογιακού έτους 2027, όχι το 2026.

Ερώτηση: Καλημέρα. Είμαι φοιτήτρια εδώ, στη Hertie School.
Σπουδάζω στο πρόγραμμα MPP, αλλά αυτή την περίοδο έχω πάρει άδεια από τις σπουδές μου. Εργάζομαι στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο της Γερμανίας για την Κλιματική Δράση, την Προστασία της Φύσης και την Πυρηνική Ασφάλεια. Αυτή τη στιγμή έχω μπερδέψει λίγο και τις τρεις γλώσσες στο μυαλό μου.
Πρόσφατα εντάχθηκα στο Τμήμα Βιώσιμης Χρηματοδότησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή την περίοδο εργαζόμαστε πολύ πάνω στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Δεδομένου ότι τον Ιούλιο η Ελλάδα θα αναλάβει την Προεδρία, κάτι που νομίζω ότι απασχολεί τόσο εμάς ως ομάδα γενικότερα όσο και εμένα προσωπικά είναι το πώς οι δύο χώρες, η Ελλάδα και η Γερμανία, θα μπορούσαν να αναπτύξουν στενότερη συνεργασία και ίσως να αποκτήσουν μεγαλύτερη σύγκλιση απόψεων σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής, δεδομένου ότι ιστορικά έχουν συνδεθεί με δύο διαφορετικές πλευρές της οικονομικής πολιτικής, η μία ως καθαρός οφειλέτης και η άλλη ως καθαρός πιστωτής.

Κυριάκος Πιερρακάκης: Καταρχάς, θα έλεγα ότι τείνω να διαφωνώ με αυτές τις αντιλήψεις. Στην επιστολή με την οποία παρουσίασα την υποψηφιότητά μου για την Προεδρία του Eurogroup, προσπάθησα να περιγράψω ότι οι παλιές διακρίσεις στην Ευρώπη μεταξύ των «φειδωλών» και των «σπάταλων», όσον αφορά τους προϋπολογισμούς, έχουν πλέον υποχωρήσει.
Νομίζω ότι έχω ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα για να το υποστηρίξω αυτό: τον ελληνικό προϋπολογισμό.
Συνολικά, θα έλεγα ότι η ιδέα είναι να διαμορφώνουμε και να δομούμε τις διμερείς μας σχέσεις με τρόπο που να απελευθερώνει το μέγιστο δυνατό δυναμικό.

Αλλά, συνολικά, επιτρέψτε μου να προσθέσω ένα επιχείρημα εδώ, επειδή η ερώτηση τίθεται σε διμερές επίπεδο.
Οι δύο χώρες είναι πολύ κοντά, οι δύο κυβερνήσεις είναι πολύ κοντά. Μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερες επενδύσεις.
Ανέφερα ήδη την περίπτωση της γερμανικής επένδυσης στην Ελλάδα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η οποία θεωρώ ότι διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην τεχνολογική αναβάθμιση του ελληνικού οικοσυστήματος, τόσο στις τηλεπικοινωνίες όσο και στην τεχνολογία ευρύτερα.

Αλλά πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε περισσότερο ευρωπαϊκά σε πολλούς τομείς. Ανέφερα προηγουμένως τη διασυνοριακή ενοποίηση.
Διασυνοριακή ενοποίηση σημαίνει να δημιουργούμε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές, όχι εθνικούς πρωταθλητές. Τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα είχαμε δύο πολύ σημαντικές κινήσεις.
Η Euronext απέκτησε το Χρηματιστήριο Αθηνών και η UniCredit υπέβαλε προσφορά και απέκτησε ποσοστό άνω του 30% της Alpha Bank, μιας από τις συστημικές μας τράπεζες.

Ανέφερα ότι, πριν από πολλά χρόνια, η Deutsche Telekom είχε αποκτήσει έναν εθνικό τηλεπικοινωνιακό πάροχο.
Είναι πολύ θετικό να αποτελείς μέρος ευρύτερων δικτύων.
Επομένως, το γεγονός ότι τώρα το ελληνικό Χρηματιστήριο -και κάθε μικρομεσαία επιχείρηση που είναι εισηγμένη στο ελληνικό Χρηματιστήριο- θα έχει πρόσβαση σε μια πολύ ευρύτερη δεξαμενή ρευστότητας λειτουργεί προς όφελός τους.
Είναι θετικό για την ελληνική οικονομία.

Αλλά πρέπει να αποκτήσουμε μια διαφορετική νοοτροπία. Και αυτή ήταν μια συζήτηση που έγινε όπως θα γινόταν σε κάθε χώρα, όπως θα γινόταν και στη Γερμανία:
Θα πρέπει να δώσουμε το εθνικό μας χρηματιστήριο στη Euronext; Θα πρέπει να δώσουμε αυτή την τράπεζα εδώ ή εκεί;
Παρότι πρόκειται για ιδιωτικές αποφάσεις και όχι για δημόσιες αποφάσεις, η συζήτηση ανακύπτει. Νομίζω ότι, εάν δεν κάνουμε αυτή τη συζήτηση, δεν θα μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε παγκοσμίως στην κλίμακα στην οποία θα έπρεπε να μπορούμε να ανταγωνιστούμε ως Ευρωπαίοι.

Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις επενδύσεις στην τεχνολογία. Υπάρχει μια μεγάλη αλλαγή, η οποία θεωρώ ότι απαιτεί να έχουμε κατά νου δύο πράγματα όταν διαμορφώνουμε τις απαντήσεις μας σε κάθε τέτοιο ερώτημα.
Το πρώτο είναι ότι έχουμε εκθετική αλλαγή στην τεχνολογία. Αυτό συνέβαινε πάντοτε.
Είναι η σουμπετεριανή δημιουργική καταστροφή.

Ο Schumpeter ήταν οικονομολόγος πριν από πάρα πολλά χρόνια, στις αρχές του 20ού αιώνα. Αλλά η σουμπετεριανή δημιουργική καταστροφή υπήρχε πάντοτε. Αυτή τη στιγμή, όμως, έχουμε επιτάχυνση της καμπύλης.
Οι αλλαγές στην καινοτομία συμβαίνουν πλέον μέσα σε εβδομάδες. Ενώ εμείς σκεφτόμαστε γραμμικά και η πολιτική μας κινείται υπογραμμικά, όχι γραμμικά.
Η πολιτική μας αντιδρά με μικρότερη ταχύτητα από τη γραμμική κατανόηση που έχουμε για ένα εκθετικό φαινόμενο. Αυτό είναι πρόβλημα.

Επομένως, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καλύψουμε την απόσταση και να ανταποκριθούμε σε αυτό το πρόβλημα.
Αυτό είναι, λοιπόν, το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου όταν προσπαθούμε να απαντήσουμε σε οποιοδήποτε ερώτημα σχετικά με το πώς μπορούμε να δομήσουμε με τον βέλτιστο τρόπο τις ευρωπαϊκές ή τις διμερείς σχέσεις.
Το δεύτερο είναι ότι χρειαζόμαστε μια ευρύτερη στρατηγική. Με ρωτήσατε προηγουμένως για την ενέργεια ή για τις τράπεζες ή για την τεχνολογία.

Όλες αυτές οι συζητήσεις καταλήγουν να έχουν στον πυρήνα τους μια τεχνολογική διάσταση. Η τεχνολογία είναι η κούρσα για την κατάκτηση της Σελήνης του 21ου αιώνα. Σε κάθε κλάδο.
Εάν, λοιπόν, αυτό ισχύει, τότε η Ευρώπη χρειάζεται μια στρατηγική.
Έχουμε προχωρήσει προς μια τέτοια στρατηγική; Έχουμε αρχίσει να προχωρούμε προς μια τέτοια στρατηγική. Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε σε ποιους τομείς διαθέτουμε πλεονέκτημα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ιδίως στις αλυσίδες εφοδιασμού, σε τομείς που περιλαμβάνουν κρίσιμα στοιχεία.
Υπάρχουν, λοιπόν, εταιρείες στην Ευρώπη που αποτελούν μέρος αυτών των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού και ταυτόχρονα αποτελούν παγκόσμιους πρωταθλητές;

Έχουμε την Ericsson, έχουμε τη Nokia, έχουμε την ASML, έχουμε τη SAP. Έχουμε παγκόσμιους πρωταθλητές σε πολλούς τομείς, σε διαφορετικούς κλάδους και πεδία.
Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επενδύσουμε σε οικοσυστήματα στους τομείς όπου ήδη έχουμε τους πρωταθλητές. Δεν μπορούμε να παρεκκλίνουμε από αυτόν τον κανόνα.
Ή μπορούμε να παρεκκλίνουμε από αυτόν τον κανόνα, αλλά όχι σε πολλές περιπτώσεις.
Παρεκκλίναμε δημιουργώντας την Airbus και το Galileo. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό υπερβολικά συχνά. Γενικά, όταν ακούω τη διατύπωση «ας δημιουργήσουμε μια ευρωπαϊκή εκδοχή του Χ», εάν ήμουν επενδυτής, θα έτρεχα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Δεν δημιουργείται έτσι η καινοτομία.

Αυτά τα πράγματα πρέπει να μπορούν να συντηρούνται από μόνα τους, εκτός εάν αποφασίσουμε συλλογικά, ως Ευρώπη, να κάνουμε ένα moonshot (φιλόδοξο εγχείρημα) σε έναν συγκεκριμένο τομέα.
Airbus. Το αποφασίζεις, συγκεντρώνεις τους πόρους σου και προχωράς. Αλλά δεν μπορείς να το κάνεις αυτό πολλές φορές.
Σε όλους τους άλλους τομείς, μπορείς να είσαι ένας πραγματικά στοχευμένος και πραγματικά έξυπνος ρυθμιστής και μπορείς να ασκείς κυριαρχία μέσω της ρύθμισης.

Χρησιμοποιώ αυτόν τον «χάρτη» επειδή θεωρώ ότι αυτός είναι ο χάρτης με βάση τον οποίο πρέπει να σκέφτονται και το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, η ελληνική κυβέρνηση και η γερμανική κυβέρνηση, τόσο όταν αλληλεπιδρούμε διμερώς όσο και όταν σκεφτόμαστε και δομούμε τις συζητήσεις μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Έχουμε ανάγκη από αυτόν τον χάρτη.

Και εάν έχουμε αυτόν τον χάρτη και γνωρίζουμε ότι διαθέτουμε πρωταθλητές στις υποδομές του 5G, οι οποίοι μπορούν ήδη να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε σχεδιάζουμε αντίστροφα το πώς μπορούμε να τους αναπτύξουμε περαιτέρω, αντί να προσπαθούμε να επενδύσουμε σε 100 διαφορετικούς τομείς -κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε.
Επομένως, εστιάζεις πρωτίστως στον τομέα στον οποίο μπορείς να είσαι πρωταθλητής. Αυτή θα ήταν η απάντησή μου.

Ερώτηση: Μπορώ να κάνω μια σύντομη συμπληρωματική ερώτηση; Τι γίνεται με το μέλλον της βιώσιμης χρηματοδότησης σε αυτή την πορεία;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Δεν θα έλεγα ότι έχω μια ιδιαίτερα σύνθετη απάντηση σε αυτή την ερώτηση.
Θα έλεγα απλώς, όπως ανέφερα προηγουμένως, ότι αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τομείς -ο τομέας της βιωσιμότητας, ο τομέας των πράσινων επενδύσεων, της πράσινης ενέργειας και των βιώσιμων δημοσιονομικών προϋπολογισμών- δεν είναι τομείς που αποκλείονται. Είναι τομείς που είναι συμβατοί μεταξύ τους.

Ανέφερα προηγουμένως τα στοιχεία του ΔΝΤ, τα οποία δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή βιώνουμε σε μικρότερο βαθμό τις επιπτώσεις της κρίσης, λόγω των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν ακριβώς σε αυτόν τον τομέα.
Συνολικά, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο.

Ερώτηση: Η Ευρώπη ήδη στηρίζει τη σύγκλιση των επενδύσεων μεταξύ των κρατών-μελών μέσω πρωτοβουλιών της ΕΕ, όπως το NextGenerationEU, καθώς και μέσω των πόρων συνοχής.

Ωστόσο, τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν διαφορετικά επίπεδα δημοσιονομικού χώρου, ενώ ορισμένες από τις μεγαλύτερες επενδυτικές μας ανάγκες, από την άμυνα και τις ενεργειακές υποδομές έως την τεχνολογία, δημιουργούν οφέλη για την Ευρώπη συνολικά.

Η ερώτησή μου, λοιπόν, είναι: θα πρέπει να κάνουμε σαφέστερη διάκριση μεταξύ των επενδυτικών αναγκών που θα πρέπει να παραμείνουν σε εθνικό επίπεδο και των ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών που θα πρέπει να χρηματοδοτούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο;
Και, εάν ναι, θα μπορούσε το κοινό ευρωπαϊκό χρέος, ενδεχομένως με κάποια μορφή ευρωομολόγων, να αποτελέσει ένα μόνιμο εργαλείο για τη χρηματοδότηση αυτών των ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών, αντί να αποτελεί κάτι που προορίζεται ίσως μόνο για έκτακτες ανάγκες σε περιόδους κρίσης;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Λοιπόν, φορώντας το «καπέλο» του Υπουργού Οικονομικών και όχι εκείνο του Προέδρου του Eurogroup, θα σας έλεγα το εξής, διότι ο Πρόεδρος του Eurogroup σχολιάζει τομείς στους οποίους υπάρχει συμφωνία.
Ως Πρόεδρος του Eurogroup, αυτό που θα μπορούσα εύκολα να σας πω στο τέλος είναι ότι στο παρελθόν είχαμε κάποιες κοινές εκδόσεις χρέους, για παράδειγμα για την COVID-19, αλλά δεν είναι ένας τομέας στον οποίο έχουμε δει να διαμορφώνεται συναίνεση όσον αφορά τα ομόλογα.
Επομένως, δεν θα μπορούσα να κάνω κάποιο σχόλιο επ’ αυτού. Μπορώ να σχολιάσω το ζήτημα των επενδύσεων. Έχουμε ορισμένα επίπεδα επενδύσεων.

Το είπα ξεκάθαρα προηγουμένως: αυτό πρέπει να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δεν ξέρω, λοιπόν, εάν θα πρέπει να σκεφτόμαστε ένα αμιγώς ελληνικό επενδυτικό οικοσύστημα για τις startups.
Έχει περισσότερο νόημα να έχουμε ένα πανευρωπαϊκό επενδυτικό οικοσύστημα.
Επομένως, όταν πραγματοποιούμε μια δημοπρασία φάσματος, όπως περιέγραψα προηγουμένως, η οποία είναι ευρωπαϊκή, και δημιουργούμε ένα εργαλείο στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, είναι καλύτερο να έχουμε ένα πανευρωπαϊκό εργαλείο.
Δεν υπάρχει, εννοώ, εάν το σκεφτούμε πρακτικά, άλλος τρόπος να αναπτύξουμε την Ευρώπη με τον ίδιο ρυθμό, ώστε να ανταγωνιστούμε τους παγκόσμιους παίκτες, εκτός εάν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με έναν μη κατακερματισμένο τρόπο.
Επομένως, δεν νομίζω ότι έχουμε την πολυτέλεια να το κάνουμε διαφορετικά. Θα πρέπει ασφαλώς να σκεφτούμε με όρους ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών. Η άμυνα θα πρέπει ολοένα και περισσότερο να αντιμετωπίζεται ως ευρωπαϊκό δημόσιο αγαθό, σωστά;

Παρότι στο παρελθόν τη σκεφτόμασταν με αυστηρά εθνικούς όρους. Επιπλέον, ναι, υπάρχει μια σημαντική διαπραγμάτευση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση σχετικά με το πώς θα βελτιστοποιήσουμε τα δημόσια οικονομικά μας.

Διότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα από τα οποία μπορούμε να κερδίσουμε εάν αρχίσουμε να τα κάνουμε συλλογικά. Γι’ αυτό εντάσσουμε όλα αυτά τα στοιχεία στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Ιδίως όσον αφορά την άμυνα, θεωρώ ότι υπάρχουν πολλές νέες ευκαιρίες τις οποίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε και να διατηρήσουμε.

Το γεγονός ότι το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο θα δομηθεί όπως το RRF και ότι κάθε ευρώ θα συνδέεται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, εθνικές και ευρωπαϊκές, θα έχει διαρκή αντίκτυπο.
Πιστεύω ότι ο αντίκτυπος του RRF -και εδώ λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τη δική μου εθνική εμπειρία, τον αντίκτυπο του RRF στην Ελλάδα-, παρότι έχουμε μια πολύ μεγάλη εθνική συζήτηση για το «τι γίνεται μετά το RRF;», κάτι που αποτελεί τίτλο στις εφημερίδες και θέμα δημοσιευμάτων, θα διαρκέσει για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η διαφορά αυτού του πακέτου ήταν ο τρόπος με τον οποίο δόθηκε η χρηματοδότηση. Δεν επρόκειτο για χρηματοδότηση χωρίς όρους.

Ήταν χρηματοδότηση συνδεδεμένη με μεταρρυθμίσεις. Και η χρηματοδότηση που συνδέεται με μεταρρυθμίσεις -είτε αφορά, για παράδειγμα, τον τεχνολογικό μετασχηματισμό μιας χώρας όπως η δική μου, η οποία προηγουμένως ήταν ένας εξαιρετικά γραφειοκρατικός γίγαντας- έχει διαρκή αποτελέσματα.

Και τώρα έχεις μια πλήρως ψηφιακή φορολογική υπηρεσία, ένα πλήρως ψηφιακό σύστημα υγείας.
Έχεις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες μέσω του Gov.gr, το οποίο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις που έχουμε δει.
Αυτό είναι διαρκές αποτέλεσμα, το οποίο επηρεάζει την παραγωγικότητα και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις και οι πολίτες αλληλεπιδρούν με το ελληνικό κράτος.

Το ίδιο ισχύει και για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, για κάθε ευρώ που θα βρει τη θέση του στην Ευρώπη. Ένα μέρος του θα αφορά, φυσικά, και σε σημαντικό βαθμό, τη συνοχή.
Αλλά ένα μέρος του θα πρέπει να αφορά επενδύσεις.
Και θεωρώ ότι θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχουν πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν σε αυτή την περίπτωση -ενδεχομένως έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο- λόγω της δυνατότητας μόχλευσης που διαθέτουν, των δυνατοτήτων τους και της τεχνογνωσίας τους.

Και γι’ αυτό, στην πρόταση που προσπάθησα να διατυπώσω σχετικά με το φάσμα, θεωρώ ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει, προκειμένου να διευρύνει την κλίμακα και το εύρος της χρηματοδότησης.

Ερώτηση: Μπορώ να κάνω ακόμη μία ερώτηση; Πέρα από την άμυνα, ποιους τομείς καινοτομίας θα θεωρούσατε ότι αποτελούν κοινό δημόσιο αγαθό;

Κυριάκος Πιερρακάκης: Υπάρχουν αρκετοί τομείς. Στην ενέργεια, ασφαλώς.
Αλλά τόσο στην άμυνα όσο και στην ενέργεια και σε άλλους τομείς, υπάρχει μια διάσταση εξοικονόμησης και μια διάσταση καινοτομίας. Επομένως, εάν συγκεντρώσεις πόρους, από τη μία πλευρά επιτυγχάνεις εξοικονομήσεις και από την άλλη επιτυγχάνεις καινοτομία, επειδή καταφέρνεις να περιορίσεις τον κατακερματισμό των αγορών.
Το γεγονός ότι έχουμε έναν Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος, αντί να έχουμε πολλές εθνικές διαστημικές υπηρεσίες -τουλάχιστον 27- να κάνουν την ίδια δουλειά, προφανώς καταδεικνύει ότι μπορούμε να δράσουμε σε αυτόν τον τομέα πολύ πιο παραγωγικά ως Ευρωπαίοι.

Με την ίδια λογική, ο ESA έχει συμβάλει στο να καταστεί δυνατή και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της διαστημικής βιομηχανίας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η καινοτομία μπορεί να υπάρξει σε πολλούς τομείς ταυτόχρονα.
Απλώς στην άμυνα το ζήτημα βρίσκεται τόσο έντονα μπροστά μας και είναι τόσο υπαρξιακό, ώστε είναι αδύνατον να μην ξεκινήσουμε τη δράση μας από την άμυνα.

Αλλά θεωρώ ότι το ίδιο ισχύει και για πολλούς άλλους τομείς πολιτικής. Η ενέργεια έχει μια πολύ ισχυρή τεχνολογική διάσταση, όπως ανέφερα προηγουμένως.
Η τεχνολογία αποτελεί ένα βασικό, οριζόντιο, ενοποιητικό στοιχείο όλων των τομέων πολιτικής. Το ίδιο ισχύει στις τράπεζες, το ίδιο στις κεφαλαιαγορές, το ίδιο στην άμυνα, το ίδιο στην ενέργεια.
Πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με όρους επιταχυνόμενης τεχνολογικής καινοτομίας. Και αυτό αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό μάθημα για την πολιτική σε αυτό το πεδίο.

Συντονιστής: Νομίζω ότι έχουμε χρόνο για μία τελευταία ερώτηση.
Ερώτηση: Ναι, σας ευχαριστώ πολύ για τις πολύ κατατοπιστικές απαντήσεις και παρεμβάσεις σας. Αναφέρατε, νομίζω, ότι το γενικότερο θέμα είναι [δεν ακούγεται] η ανάπτυξη. Και μία από τις κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης παγκοσμίως είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Γνωρίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα βρίσκονται πολύ μπροστά από εμάς. Με μεγάλες εταιρείες, με πολλά κεφάλαια. Και η Ευρώπη, από αυτή την άποψη, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο πίσω.
Υστερούμε επίσης επειδή δεν διαθέτουμε τους ψηφιακούς πρωταθλητές που έχουν οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Κυριάκος Πιερρακάκης: Και πάλι, θα απαντήσω, αλλά όχι ως Πρόεδρος του Eurogroup. Θα σας δώσω μια προσωπική άποψη. Επιτρέψτε μου να το θέσω ως Έλληνας Υπουργός Οικονομικών.
Διότι το Eurogroup πρέπει να συμφωνήσει σε ορισμένες παραμέτρους της στρατηγικής και πρόκειται για μια στρατηγική την οποία τώρα έχουμε αρχίσει να αναπτύσσουμε.
Το πρώτο σημείο θα ήταν ότι δεν θα εξέταζα την τεχνητή νοημοσύνη ξεχωριστά από οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία. Έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά πρέπει να αποτελεί μέρος του συνολικού «χάρτη».
Μέσα σε αυτόν τον χάρτη, ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική σου; Η στρατηγική σου θα πρέπει να είναι να μην βρίσκεσαι σε μια σχέση ασύμμετρης αλληλεξάρτησης.
Θα είμαστε αλληλεξαρτώμενοι με τις ΗΠΑ, με την Κίνα, με όλους τους παγκόσμιους παίκτες. Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα αλληλεξάρτησης. Δεν θα πρέπει να είμαστε ασύμμετρα αλληλεξαρτώμενοι.
Δεν θα έχουμε, λοιπόν, τις ίδιες δυνατότητες σε όλους τους τομείς. Δεν μπορούμε να τις έχουμε και δεν τις είχαμε ποτέ.
Αυτό έχει να κάνει με το συγκριτικό πλεονέκτημα.
Υπάρχουν, όμως, τομείς στους οποίους βλέπουμε ότι η τεχνολογία βρίσκεται στην αιχμή και οι άλλοι δεν βρίσκονται εκεί. Γι’ αυτό πρέπει να αναπτύξουμε αυτούς τους τομείς, προκειμένου να δημιουργήσουμε αντίρροπες ασυμμετρίες.
Προσπαθείς, λοιπόν, από αυτή την άποψη, να μην είσαι ασύμμετρα αλληλεξαρτώμενος.
Και προσπαθείς, στους τομείς στους οποίους έχεις μείνει πολύ πίσω, να μην εστιάζεις μέσω επενδύσεων αλλά μέσω ρύθμισης.
Αν πάρουμε, λοιπόν, τους hyperscalers και το cloud και κοιτάξουμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη, τα δύο τρίτα της αγοράς cloud στην Ευρώπη κυριαρχούνται από hyperscalers.
Έχουμε τους τρεις αμερικανικούς hyperscalers. Τα δύο τρίτα. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν το 24% της αγοράς. Καμία ευρωπαϊκή εταιρεία δεν έχει πάνω από 2%.
Είναι, λοιπόν, ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να κάνεις πίσω και να αξιοποιήσεις τα υπόλοιπα εργαλεία που έχεις στη διάθεσή σου. Διαφορετικά, θα μπορούσες να πεις: «Ας δημιουργήσουμε έναν ευρωπαϊκό hyperscaler».
Νομίζω ότι είναι πολύ πιο συνετό και διανοητικά ορθό να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς θα ασκήσουμε την ευρωπαϊκή μας κυριαρχία, την εθνική μας κυριαρχία, μέσω του τρόπου με τον οποίο ελέγχουμε αυτή την τεχνολογία όταν βρίσκεται στην Ευρώπη.
Πώς μπορούμε να ασκούμε έλεγχο, αντί να επιδιώκουμε την ιδιοκτησία. Η κυριαρχία έχει διαφορετικές διαστάσεις: είτε κατέχεις εξ ολοκλήρου μια τεχνολογία είτε έχεις τον έλεγχό της.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να σκεφτούμε προς αυτή την κατεύθυνση όσον αφορά τη συγκεκριμένη τεχνολογία.
Στην τεχνητή νοημοσύνη, θεωρώ ότι πρόκειται για έναν από τους τομείς στους οποίους θα πρέπει να προσπαθήσουμε να κινηθούμε γρήγορα.

Διότι έχουμε τεχνολογικούς παίκτες στη Γαλλία, έχουμε τεχνολογικούς παίκτες στη Γερμανία, έχουμε τεχνολογικούς παίκτες στην Ιταλία, οι οποίοι κάνουν πολύ καλή δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη. Αλλά ως προς την κλίμακα, οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή πολύ πιο μπροστά από εμάς. Επομένως, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας.
Πρέπει να ενισχύσουμε τις δυνατότητες των τεχνολογικών μας επιχειρήσεων και σε όλους τους άλλους τομείς. Να προσδιορίσουμε πού διαθέτουμε το πλεονέκτημα.

Να προσπαθήσουμε, όπως είπα, να μην είμαστε ασύμμετρα αλληλεξαρτώμενοι. Και να επιλέξουμε επιμέρους τμήματα της εξίσωσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Επιμέρους τμήματα, διότι δεν υπάρχει απλώς «η τεχνητή νοημοσύνη» γενικά. Έχει επιμέρους συνιστώσες. Να επιλέξουμε συγκεκριμένους κάθετους τομείς.

Τομείς στους οποίους οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα διαθέτουν πλεονέκτημα και να κατευθύνουμε όλη μας την προσοχή και όλη την επενδυτική μας ικανότητα στους τομείς στους οποίους βρισκόμαστε πιο κοντά στην τεχνολογική αιχμή ή στους οποίους έχουμε τη δυνατότητα να φτάσουμε στην τεχνολογική αιχμή ταχύτερα από τους άλλους.
Με μία φράση: δεν μπορούμε να ποντάρουμε σε πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα.
Θα κάνουμε ορισμένες επιλογές.

Η προφανής επιλογή είναι να επενδύσουμε στους τεχνολογικούς μας πρωταθλητές και να επιλέξουμε συγκεκριμένους τομείς στο φάσμα της τεχνητής νοημοσύνης, στους οποίους θα επικεντρωθούμε, ώστε να κινηθούμε πιο κοντά στην τεχνολογική αιχμή.

 

Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *